Ο καλλιτέχνης, ως δημόσιο πρόσωπο, πρέπει να τοποθετείται στα σημαντικά κοινωνικά ζητήματα. Δεν λέω να γίνουμε όλοι κοινωνιολόγοι και πολιτικοί αναλυτές, απέναντι όμως στο άδικο, στο διεφθαρμένο και στο επικίνδυνο οφείλουμε να παίρνουμε θέση. Υπάρχουν κάποιοι που μας ακούνε» λέει ο Δημήτρης Μητσοτάκης. Από τους πιο ευαίσθητους και επιδραστικούς καλλιτέχνες της γενιάς του και ταυτόχρονα πολίτης με κοινωνική δράση, όταν μαγειρεύει στη μουσική του κουζίνα τα πάντα μπορεί να συμβούν: να σερβίρει τον καθρέφτη που στο πρόσωπο της «Κυρα-Κατίνας» του διακρίνουμε την παθογένεια μιας κοινωνίας, να σαρκάσει το επίθετό του, να κάνει τραγούδι μια μεσαιωνική λέξη, την αθιβολή, για να επισημάνει το έλλειμμα στην ανθρώπινη επικοινωνία, να μας αφήσει με την απορία τι θα συνέβαινε αν γίνονταν οι μπάμιες κρουασάν.
Πιάσαμε την κουβέντα με αφορμή το καινούργιό του τραγούδι «Αθιβολή» και, καθώς συζητούσαμε για τις μουσικές και τα βιβλία του, το Διαδίκτυο και την εποχή της κατάρρευσης της μουσικής βιομηχανίας, για τον φόβο και την έμπνευση, έγινε γνωστή η είδηση για τον πυροβολισμό στο κεφάλι του 16χρονου Ρομά Κώστα Φραγκούλη από αστυνομικό. «Δεν ξέρω τι ακριβώς συνέβη στο επεισόδιο, ξέρω όμως ότι κανείς αστυνομικός ή ειδικός φρουρός δεν μπορεί να πυροβολεί στο ψαχνό ένα παιδί. Θα πυροβολούσαμε με την ίδια ευκολία αν δεν ήταν Ρομά;» λέει ο Δ. Μητσοτάκης. Στη συζήτηση βάζει πολλά ακόμα ερωτήματα στο τραπέζι, κρατώντας πάντα τις κεραίες ανοιχτές για όσα συμβαίνουν στην τέχνη του, στον κόσμο μας, στην εποχή μας.
Συνέντευξη στην Πόλυ Κρημνιώτη
Πού την ανακάλυψες αυτή τη λέξη, γιατί την έκανες τραγούδι;
Παλιά η λέξη αυτή σήμαινε αμφιβολία, σήμερα χρησιμοποιείται πια μόνο στην Κρήτη και σημαίνει σκέψη, κουβέντα... Σάμπως κάθε σκέψη και κάθε κουβέντα δεν εμπεριέχουν μέσα τους την αμφιβολία; Η Κρήτη είναι βαθιά ριζωμένη μέσα μου, λόγω καταγωγής και των δυο γονιών μου, παρόλο που είμαι γεννημένος στον Πειραιά και μεγαλωμένος στην Αθήνα. Στο σπίτι μέσα μιλούσαν κρητικά, φαίνεται κάπου θα την άκουσα σαν παιδί και η λέξη περίμενε υπομονετικά μέσα μου, καμιά πενηνταριά χρόνια, μέχρι να γίνει τραγούδι.
Αθιβολή, λοιπόν, σημαίνει σκέψη, κουβέντα, συζήτηση. Λείπουν στις μέρες μας;
Δεν είναι οξύμωρο; Την εποχή της ψηφιακής επανάστασης, και ενώ μπορείς να επικοινωνείς ανά πάσα στιγμή με κάποιον στην άλλη άκρη του κόσμου, να υπάρχει πρόβλημα στην ανθρώπινη επικοινωνία. Παρ’ όλα αυτά, όμως, αυτό που λείπει περισσότερο είναι μάλλον η αμφιβολία, που, ως γνωστόν, είναι ιδίωμα της σοφίας. Ο σοφός αμφιβάλλει για τα πάντα, ο ανόητος, από την άλλη, είναι σίγουρος για όλα.
Είσαι ένας δημιουργός που αντλεί από πολλές μουσικές πηγές. Τι σε έφερε αυτή τη φορά στο αστικό τραγούδι της Κρήτης;
Δεν ξέρω. Ποτέ δεν γνωρίζω τι με κινητοποιεί κάθε φορά. Ίσως μια έμφυτη πλήξη που νιώθω απέναντι στην επανάληψη. Δεν θα μπορούσα ποτέ να ακολουθώ μια μανιέρα, όσο πετυχημένη κι αν ήταν, όσο προσοδοφόρα κι αν αποδεικνυόταν. Νιώθω ευδαιμονία με την ποικιλία στον τομέα της καλλιτεχνικής μου ενασχόλησης.
Μουσικά δεν μπορεί εύκολα να σε κατατάξει κάποιος. Από το ροκ στο λαϊκό και από εκεί στη ραπ και στην παράδοση. Αναμφισβήτητα διαθέτεις μια μουσική ανεξιθρησκεία. Είναι ένα είδος ελευθερίας ή ο δικός σου τρόπος στη μουσική;
Μάλλον είναι ροπή που προέρχεται από την αγάπη μου στη... μαγειρική. Μου αρέσουν το ανακάτεμα και ο συνδυασμός υλικών που κεντρίζουν το ενδιαφέρον μου. Το ίδιο συμβαίνει και με τη μουσική. Έχω ασχοληθεί, κατά καιρούς, και έχω αγαπήσει πολλά μουσικά είδη. Ποτέ, όμως, δεν ένιωσα την ανάγκη να ασχοληθώ αποκλειστικά με ένα στιλ ή να γίνω βιρτουόζος σε κάτι. Η κλίση μου, θα έλεγα, είναι στο ανακάτεμα.
Πολύ συχνά ντοκουμεντάρεις την εποχή μας με τα τραγούδια σου. Τοποθετείσαι και πολιτικά. Κι όμως, ειδικά αυτή την εποχή η mainstream άποψη περιορίζει τον καλλιτέχνη στον ρόλο του απλού διασκεδαστή. Δεν ανησυχείς από αυτού του είδους την έκθεση;
Αυτό μου συνέβη κυρίως μέσα στην καραντίνα. Όταν η ανάγκη μας για επικοινωνία πήρε διαστάσεις πράξης επιβίωσης. Πολιτικά έπαιρνα θέση πάντα, από την αρχή της πορείας μου. Πολιτικά, όχι κομματικά. Δεν ξέρω αν η στάση μου είναι επαγγελματικά σοφή, θεωρώ όμως ότι ο καλλιτέχνης, ως δημόσιο πρόσωπο, πρέπει να τοποθετείται στα σημαντικά κοινωνικά ζητήματα. Δεν λέω να γίνουμε όλοι κοινωνιολόγοι και πολιτικοί αναλυτές, άλλωστε δεν είναι αυτή η δουλειά μας, απέναντι όμως στο άδικο, στο διεφθαρμένο και στο επικίνδυνο οφείλουμε να παίρνουμε θέση. Υπάρχουν κάποιοι που μας ακούνε...
Ωστόσο, δεν γράφεις εν βρασμώ. Κρατάς δικλίδες ασφαλείας;
Είναι άλλο το χρονογράφημα και το σατυρικό τραγούδι που εμπνέεται από την καθημερινότητα, και άλλο ένα καλλιτεχνικό έργο με ανοιχτούς ορίζοντες που θέλει ή επιδιώκει να ξεπεράσει την εποχή του. Αυτό δεν μπορείς να το δημιουργήσεις εν βρασμώ, θέλει αποστασιοποίηση, καθαρή σκέψη και δυνατό αφομοιωμένο συναίσθημα.
Επιμένεις παράλληλα στο αφηγηματικό τραγούδι. Είναι είδος σε ανεπάρκεια στην εποχή του τραγουδιού-σλόγκαν;
Δεν το κάνω πάντα, αλλά μου αρέσει να αφηγούμαι ή να διηγούμαι ιστορίες. Οι ιστορίες αφήνουν τον ακροατή να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Ο Bob Dylan είναι μεγάλος δάσκαλος για μένα, όπως και η δημοτική ποίηση που αφηγείται χωρίς στολίδια και το σπουδαίο, το μεγάλο ή το τραγικό περιγράφεται χωρίς καμία ποιητική ένταση ή έμφαση, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που περιγράφεται το ασήμαντο. Αυτή η τεχνική, άθελά της, έδωσε στη λαϊκή ποίηση τεράστια ένταση και συγκλονίζει τον ακροατή. Δεν υποτιμώ την αξία της ποίησης και πολλές φορές, συνειδητά ή όχι, γίνομαι κι εγώ περισσότερο ποιητικός, θεωρώ όμως ότι στο τραγούδι ταιριάζει πιο πολύ ο άλλος δρόμος. Οι μελοποιήσεις ποιητικών έργων από τους μεγάλους μας συνθέτες ήρθαν να αποτελέσουν την εξαίρεση στον κανόνα.
Δυσκολεύομαι να βρω έναν ορισμό για την έμπνευση. Εσύ πώς την ορίζεις; Τι είναι, δηλαδή, αυτό που δίνει μια σπρωξιά στον άνθρωπο και τον μετατρέπει σε καλλιτέχνη, σε δημιουργό;
Πρέπει να γίνει η αρχή, ύστερα χρειάζεται πολλή και επίπονη δουλειά για να έρθει αυτό που αποκαλείς έμπνευση. Κάθε άνθρωπος είναι δυνάμει καλλιτέχνης. Αντί να βλέπουμε σαν σπρωξιά την εκκίνηση, ας δούμε σαν κλειδαριά την απουσία όποιας καλλιτεχνικής δραστηριότητας.
Εσύ από πού εμπνέεσαι. Από ποιους;
Είμαι παρατηρητής. Τα περισσότερα τα ξεχνάω, ό,τι όμως μου κάνει εντύπωση ξέρω πως αργά ή γρήγορα θα βγει στην επιφάνεια και θα μετουσιωθεί σε τραγούδι ή σε κείμενο. Μπορώ να εμπνευστώ από τη φιγούρα ενός περαστικού, από ένα εικαστικό έργο, από έναν μοναδικό ουρανό, από μια ματιά... Όλα είναι, δυνάμει, πηγή έμπνευσης που θα σε οδηγήσουν όμως στο θέμα, από κει και πέρα όμως θα μιλήσουν η σκέψη και η εργατικότητα...
Πώς ξεκίνησε η περιπέτειά σου στη μουσική; Όταν σε ρωτούσαν παιδί τι θέλεις να γίνεις όταν μεγαλώσεις, μουσικός έλεγες;

Παίζω και τραγουδώ ασταμάτητα από τριών-τεσσάρων ετών. Στα τέσσερα ήμουν το τζούκμποξ της γιαγιάς μου. Μου παράγγελνε κομμάτια και εγώ τα έβρισκα ανάμεσα σε εκατοντάδες σαρανταπεντάρια -χωρίς να ξέρω να διαβάζω, εννοείται-, και τα έβαζα στο πικάπ. Δεν ζούσα χωρίς μουσική. Στην αρχή της εφηβείας μου έβλεπα κάθε βράδυ τα πρώτα μου τύμπανα στον ύπνο μου. Μάζευα λεφτά έναν χρόνο. Εκείνη την εποχή ένα καλό σετ τύμπανα κόστιζε περίπου 100.000 με 150.000 δραχμές. Με αιματηρές οικονομίες ενός έτους είχα καταφέρει να μαζέψω 5.000 δραχμές. Με λυπήθηκαν οι δικοί μου και μου έβαλαν άλλες πέντε και πήρα ένα μεταχειρισμένο σετ που βρήκα σε μια αγγελία για 10.000 δραχμές. Σκέψου σε τι κατάσταση ήταν, που κάποια στιγμή το πήγα για επισκευή και έδωσα 60.000 για να το σουλουπώσουν...
Πώς φαντάζεσαι τη συνέχεια αυτής της διαδρομής; Κανένα δίσκο ετοιμάζεις;
Σαν χωματόδρομο γεμάτο λακκούβες και κοτρόνες, που οδηγεί όμως σε ένα εξαιρετικό τοπίο. Έχω κυκλοφορήσει ήδη 12 σινγκλ μέσα στα δύο τελευταία χρόνια, και μάλιστα τα περισσότερα από αυτά είναι ντουέτα. Σύντομα θα τα μαζέψω σε ένα άλμπουμ, όπως έκανα και με τα σινγκλ της περιόδου 2017-2020, που κυκλοφόρησαν από τον Μετρονόμο με τον γενικό τίτλο «Δεν χωράμε όλοι».
Η περίοδος της πανδημίας στη δική σου περίπτωση μάλλον ήταν πολύ δημιουργική. Μας έχεις χαρίσει μπόλικα τραγούδια, ανάμεσά τους τη συγκλονιστική «Κυρα-Κατίνα». Σε άλλες περιόδους, όταν υπήρχε ακόμα μουσική βιομηχανία, θα είχες κυκλοφορήσει τουλάχιστον έναν δίσκο. Βέβαια υπάρχει το Διαδίκτυο. Όμως αρκεί για να πάρει τον δρόμο του ένα έργο και να βρει τους αποδέκτες του;
Η εποχή μας είναι εντελώς εχθρική για μεγάλα μουσικά έργα. Καθένας πορεύεται με τις δυνάμεις του. Η δισκογραφία ψυχορραγεί. Χρηματοδότηση δεν υπάρχει εφόσον δεν υπάρχει κέρδος. Αν αυτή τη στιγμή γραφόταν ένα νέο «Άξιον εστί» ή ένα νέο «Χαμόγελο της Τζοκόντα», να είσαι σίγουρη ότι δεν θα βρισκόταν χρηματοδότης.
Η Πολιτεία θα μπορούσε να καλύψει αυτό το κενό;
Θα μπορούσε και θα έπρεπε. Έχει υποχρέωση να στηρίζει τη σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία, όμως, δυστυχώς, δεν συμβαίνει, ή όποτε συμβαίνει αφορά τους «δικούς μας». Εκτός από το ένδοξο παρελθόν και την αρχαιολογία, υπάρχει και ένα παλλόμενο παρόν που σφύζει από ζωή, ας του ρίξουμε μια ματιά.
Η μουσική και η συγγραφή είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος;
Εχουν τα δικά τους τερτίπια και τις δικές τους τεχνικές ιδιαιτερότητες. Όποτε κουράζομαι με το ένα, βουτάω στην αγκαλιά του άλλου. Σκληρές ερωμένες και οι δυο, δεν χαρίζουν κάστανα, δεν θα ακούσεις εύκολα καλή κουβέντα απ’ το στόμα τους.
Στο τελευταίο βιβλίο σου «Υπόγειος» υπάρχει ένα ολόκληρο δοκίμιο για τον φόβο. Εξακολουθείς να φοβάσαι τον φόβο του φοβισμένου, όπως είχες πει σε παλιότερη συνέντευξή σου στην ΑΥΓΗ;
Υπάρχει διάχυτος ένας συλλογικός φόβος που διοχετεύεται από την εξουσία: Βάλε μάσκα, μην συνωστίζεσαι, βρέχει, κάτσε μέσα, έχει ζέστη, κάτσε μέσα, μην καπνίζεις, μην πίνεις, μην τρως, σταμάτα να... ζεις γιατί μπορεί... να πεθάνεις. Ο φόβος εξυπηρετεί την εξουσία, γι’ αυτό και κάνει το παν για να τρέφεται και να μεγαλώνει. Θεωρώ, όμως, ότι κάποια στιγμή θα σκάσει από το πολύ τάισμα.
Αν ήταν οι μπάμιες κρουασάν, θα ήταν λίγο καλύτερος ο κόσμος μας;
Δεν απαντώ σε υποθετικές ερωτήσεις. Ας παραμείνει μια παιδική επιθυμία.
Και όταν ένα δεκαεξάχρονο παιδί πυροβολείται στο κεφάλι, τι σκέφτεσαι;
Ενας 16χρονος Ρομά δίνει μάχη για τη ζωή του αφού πυροβολήθηκε από έναν αστυνομικό επειδή δεν πλήρωσε για τη βενζίνη, την παραμονή της συμπλήρωσης 14 χρόνων από τη δολοφονία ενός άλλου 15χρονου, του Αλέξη Γρηγορόπουλου. Η τραγική σύμπτωση φέρνει στην επιφάνεια ένα τεράστιο πρόβλημα. Έχουν την απαιτούμενη καθαρή κρίση όσοι κρατούν όπλο; Δεν ξέρω τι ακριβώς συνέβη στο επεισόδιο, ξέρω όμως ότι κανείς αστυνομικός ή ειδικός φρουρός δεν μπορεί να πυροβολεί στο ψαχνό ένα παιδί. Θα πυροβολούσαμε με την ίδια ευκολία αν δεν ήταν Ρομά; Δεν ξέρω, αν και πολύ αμφιβάλλω. Ας θυμηθούμε πόσοι Αφροαμερικανοί είναι θύματα αστυνομικής βίας και κατάχρησης εξουσίας στην Αμερική. Καλά είναι τα επιδόματα στους ένστολους -η δουλειά τους είναι δύσκολη κι επικίνδυνη-, χρειάζεται όμως εξυγίανση και δυναμική παρέμβαση στα Σώματα Ασφαλείας και όχι να αντιμετωπίζονται οι κάθε λογής Ράμπο αποκλειστικά και μόνο σαν δεξαμενή πιθανών ψηφοφόρων.
Τελικά, ούτε επίθετο άλλαξες ούτε χώρα. Πώς είναι να κυκλοφορεί ένας Μητσοτάκης στη σημερινή Ελλάδα με πρωθυπουργό Μητσοτάκη;
Αραγε τι θα απαντούσαν στην περίοδο της Χούντας οι χιλιάδες Παπαδόπουλοι;