Live τώρα    
Τάκης Θεοδωρικάκος / Ζητάει συναίνεση αλλά αποκρύπτει τα «γκρίζα» σημεία του ν/σ για τους καταναλωτές
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Τάκης Θεοδωρικάκος / Ζητάει συναίνεση αλλά αποκρύπτει τα «γκρίζα» σημεία του ν/σ για τους καταναλωτές

O υπουργός Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος
(ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI)

Κάλεσμα στα κόμματα της αντιπολίτευσης να υπερψηφίσουν το σχέδιο νόμου για την καταναλωτική πίστη απηύθυνε (Τρίτη 7.7.26) ο υπουργός Ανάπτυξης, Τάκης Θεοδωρικάκος, κατά τη συζήτηση στην Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου της Βουλής.

Ο υπουργός Ανάπτυξης υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη νομοθετική παρέμβαση «απαντά στις ανάγκες των καταναλωτών και ενισχύει την προστασία τους απέναντι σε καταχρηστικές τραπεζικές πρακτικές». Και ισχυρίστηκε ότι το σχέδιο νόμου «αποτελεί εφαρμογή συγκεκριμένων ευρωπαϊκών οδηγιών, όμως εμείς πηγαίνουμε πολλά βήματα παρακάτω. Ανταποκρίνεται στη συνολική στρατηγική μας για μια πιο δίκαιη αγορά νόμιμου και υγιούς ανταγωνισμού και πολύ μεγαλύτερη διαφάνεια».

Ωστόσο, το σχέδιο νόμου, που ενσωματώνει τις σχετικές ευρωπαϊκές Οδηγίες, αν και παρουσιάζεται από τον κ. Θεοδωρικάκο ως «ενδυνάμωση», σε κρίσιμα σημεία λειτουργεί ως ελάχιστη και καθυστερημένη συμμόρφωση με τις εν λόγω Οδηγίες.

Μεταφέρει μεγάλο μέρος της προστασίας σε προσυμβατικές πληροφορίες, τυποποιημένα έντυπα και μελλοντικές κανονιστικές πράξεις, χωρίς να διασφαλίζει ισχυρή, εύκολα προσβάσιμη και δωρεάν ατομική προστασία του καταναλωτή όταν η σύμβαση έχει ήδη προκαλέσει ζημία.

Ασφαλώς, κανείς δεν μπορεί να διαφωνήσει με την επείγουσα ανάγκη ενίσχυσης της καταναλωτικής προστασίας. Η ακρίβεια (για την οποία ελάχιστα πράττει η παρούσα κυβέρνηση), η αύξηση του κόστους δανεισμού, η διείσδυση του ηλεκτρονικού εμπορίου, οι πρακτικές «αγόρασε τώρα  - πλήρωσε αργότερα», η αλγοριθμική αξιολόγηση και η επισκευασιμότητα των προϊόντων δημιουργούν νέα πεδία ανισότητας.

Κινείται, όμως, το συγκεκριμένο σχέδιο νόμου στην κατεύθυνση αντιμετώπισης όλων των παραπάνω;

Παραβλέποντας ότι -για πολλοστή φορά- η κυβέρνηση εισάγει ένα σχέδιο νόμου με ετερόκλητες διατάξεις (και συνολικά 134 άρθρα), κάτι που αποδυναμώνει τη διαφάνεια και τη δυνατότητα ουσιαστικού κοινοβουλευτικού ελέγχου, θα επιχειρήσουμε να σταχυολογήσουμε τα βασικά «κενά» του νομοθετήματος.

Το μεγάλο κενό και το «μαύρο κουτί» των αλγορίθμων

Πρώτο «γκρίζο» σημείο του σχεδίου νόμου, όπως αναδείχτηκε κατά την κοινοβουλευτική συζήτηση στην αρμόδια Επιτροπή, είναι το γεγονός ότι τα προτεινόμενα ανώτατα όρια επιβάρυνσης αφορούν μόνον σε νέες δανειακές συμβάσεις (μετά την 20ή Νοεμβρίου 2026), ενώ στην ακρόαση αναφέρθηκαν ενδεικτικά όρια συνολικής επιβάρυνσης 60% στην τετραετία, 70% στην οκταετία και 75% ανεξαρτήτως διάρκειας. Πρόκειται για όρια που, αν δεν συνοδευτούν από αυστηρό έλεγχο του ΣΕΠΕ, των προμηθειών και των ασφαλιστικών/παρεπόμενων χρεώσεων, μπορεί να καταλήξουν να νομιμοποιούν υψηλές επιβαρύνσεις αντί να προστατεύουν ουσιαστικά τον δανειολήπτη.

Από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, προτείνεται πραγματικό, ενιαίο και χαμηλότερο ανώτατο όριο στο συνολικό κόστος πίστωσης, με ρητή συμπερίληψη όλων των επιβαρύνσεων. Παράλληλα, τονίζεται ότι πρέπει να θεσπιστούν ειδικά μέτρα για ευάλωτα νοικοκυριά, για όσους βρίσκονται σε οικονομική δυσχέρεια και για τους καταναλωτές που ήδη έχουν επιβαρυνθεί από ακριβές πιστώσεις. Χρειάζεται επίσης δωρεάν και ανεξάρτητη συμβουλευτική οφειλών, πριν από τη σύναψη νέας πίστωσης ή την αναδιάρθρωση υφιστάμενων υποχρεώσεων.

Στο πεδίο της αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, η ρύθμιση για αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεν αρκεί χωρίς σαφές δικαίωμα του καταναλωτή σε ανθρώπινη επανεξέταση, πλήρη αιτιολόγηση της απόφασης και ταχεία διόρθωση λανθασμένων δεδομένων. Σύμφωνα με την προοδευτική αντιπολίτευση, η χρήση αλγορίθμων δεν μπορεί να λειτουργεί ως «μαύρο κουτί» που αποκλείει πολίτες από χρηματοδότηση ή τους επιβαρύνει με δυσμενέστερους όρους.

Το βάρος στην «ατομική ευθύνη» του καταναλωτή

Στον πυρήνα του, το σχέδιο νόμου ρυθμίζει το πεδίο εφαρμογής των συμβάσεων καταναλωτικής πίστης, τη διαφήμιση και τις προσυμβατικές πληροφορίες, τις πρακτικές δέσμευσης και ομαδοποίησης υπηρεσιών, την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας, τις βάσεις δεδομένων, τη μορφή των συμβάσεων, τις μεταβολές επιτοκίων, τις υπεραναλήψεις, το δικαίωμα υπαναχώρησης και την πρόωρη εξόφληση.

Η βασική αδυναμία είναι ότι, κατά την πεπατημένη της κυβέρνησης Μητσοτάκη, το νομοσχέδιο αντιμετωπίζει την υπερχρέωση κυρίως ως πρόβλημα πληροφόρησης του καταναλωτή και όχι ως πρόβλημα ισορροπίας ισχύος στην αγορά. Η παροχή εντύπων και προσυμβατικών εξηγήσεων είναι αναγκαία, αλλά δεν αρκεί όταν ο καταναλωτής βρίσκεται σε ανάγκη ρευστότητας, έχει περιορισμένη διαπραγματευτική δύναμη ή δέχεται έντονη ψηφιακή διαφημιστική πίεση.

Επίσης, μεταξύ άλλων, το σχέδιο νόμου μοιράζει αρμοδιότητες ανάμεσα στην υπό σύσταση Ανεξάρτητη Αρχή Ελέγχου της Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή και την Τράπεζα της Ελλάδος. Χωρίς σαφές πρωτόκολλο συνεργασίας, ενιαίο σύστημα καταγγελιών, επαρκές προσωπικό και δημοσιοποίηση αποτελεσμάτων, η αντιπολίτευση υπογραμμίζει τον κίνδυνο κατακερματισμού και μετακύλισης της ευθύνης.

Υποτιμά τους κινδύνους των ψηφιακών συναλλαγών

Ένα άλλο σημαντικό μέρος του σχεδίου νόμου αφορά στις συμβάσεις χρηματοοικονομικών υπηρεσιών που συνάπτονται από απόσταση, μέσω διαδικτύου, εφαρμογών, τηλεφώνου ή άλλων ψηφιακών μέσων.

Πρόκειται για πεδίο που αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι καταναλωτές έρχονται πλέον σε επαφή με τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες, επενδυτικές πλατφόρμες και παρόχους ψηφιακών χρηματοοικονομικών υπηρεσιών χωρίς φυσική παρουσία.

Η αδυναμία του σχεδίου νόμου είναι ότι η ψηφιακή συναλλαγή αντιμετωπίζεται κυρίως ως τεχνικό μέσο παροχής πληροφοριών. Στην πραγματικότητα, όμως, οι ψηφιακές διεπαφές συχνά σχεδιάζονται για να επιταχύνουν τη συναίνεση, να δυσκολεύουν την ακύρωση ή να αποκρύπτουν κρίσιμους όρους.

Οι καταναλωτές μπορεί να αποδέχονται συμβάσεις χωρίς να έχουν αντιληφθεί το συνολικό κόστος, τη διάρκεια ή τις συνέπειες υπαναχώρησης.

Από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ ζητείται να προβλεφθούν υποχρεωτικά: απλή και κατανοητή γλώσσα, εμφανής παρουσίαση των βασικών κινδύνων και του συνολικού κόστους, εύκολη ψηφιακή υπαναχώρηση και αποδεικτικό της συναίνεσης του καταναλωτή.

Ειδικά στις τηλεφωνικές πωλήσεις, πρέπει να απαιτείται ρητή, μεταγενέστερη και έγγραφη επιβεβαίωση της σύμβασης, ώστε να αποτρέπονται πρακτικές πίεσης ή παραπλανητικής προφορικής ενημέρωσης.

Οι αστερίσκοι στο (αυτονόητο) «δικαίωμα επισκευής»

Μεταξύ άλλων, το σχέδιο νόμου περιλαμβάνει τροποποιήσεις στο βασικό καταναλωτικό δίκαιο και συνδέεται με την ευρωπαϊκή κατεύθυνση για «βιώσιμη κατανάλωση και δικαίωμα επισκευής». Οι διατάξεις του εφαρμόζονται από 31 Ιουλίου 2026, ενώ οι νέες ρυθμίσεις του ν. 2251/1994 δεν καταλαμβάνουν συμβάσεις πώλησης που έχουν συναφθεί πριν από την ημερομηνία αυτή.

Κατά την προοδευτική αντιπολίτευση, η αναγνώριση του δικαιώματος επισκευής είναι θετική, αλλά η αποτελεσματικότητά του θα κριθεί από το αν ο καταναλωτής μπορεί πράγματι να επισκευάσει ένα προϊόν σε λογικό χρόνο και σε προσιτή τιμή.

Αν οι κατασκευαστές διατηρούν αποκλειστικό έλεγχο στα ανταλλακτικά, στα τεχνικά εγχειρίδια, στα διαγνωστικά εργαλεία και στις τιμές, τότε η επισκευή θα παραμείνει ακριβή και δυσπρόσιτη.

Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ προτείνει να προβλεφθεί υποχρεωτική διαθεσιμότητα ανταλλακτικών και τεχνικών πληροφοριών για επαρκές χρονικό διάστημα, σε εύλογες και διαφανείς τιμές. Και υπογραμμίζει ότι πρέπει να ενισχυθούν οι ανεξάρτητοι επισκευαστές, να απαγορευθούν τεχνικές που εμποδίζουν αδικαιολόγητα την επισκευή και να καθιερωθεί υποχρέωση ενημέρωσης του καταναλωτή για το ενδεικτικό κόστος και τον χρόνο επισκευής πριν επιλέξει αντικατάσταση.

Οι αντιπροτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ

Συνοψίζοντας τη θέση του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ επί του σχεδίου νόμου, αρμόδιες πηγές επισημαίνουν ότι η προστασία του καταναλωτή δεν είναι τεχνική άσκηση μεταφοράς ευρωπαϊκών Οδηγιών. Αλλά ζήτημα εισοδήματος, ισότητας, αξιοπρέπειας και δημοκρατικού ελέγχου της αγοράς.

Το νομοσχέδιο Θεοδωρικάκου μπορεί να περιλαμβάνει αναγκαίες ρυθμίσεις, αλλά, παρά τις θριαμβολογίες του αρμόδιου υπουργού, δεν απαντά επαρκώς στην υπερχρέωση, στις αδιαφανείς χρεώσεις, στην αλγοριθμική εξουσία των χρηματοπιστωτικών φορέων, στην αδυναμία των καταναλωτών να διεκδικήσουν αποτελεσματικά το δίκιο τους και στην ανάγκη πραγματικού δικαιώματος επισκευής.

Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ ζητεί συγκεκριμένες βελτιώσεις: «αυστηρό και πραγματικό πλαφόν στο συνολικό κόστος πίστωσης, ισχυρές εγγυήσεις κατά της αλγοριθμικής αυθαιρεσίας, δωρεάν ανεξάρτητη συμβουλευτική, ενιαία και επαρκώς στελεχωμένη εποπτεία, ουσιαστική στήριξη των ενώσεων καταναλωτών και δεσμευτικούς κανόνες για φθηνή και προσβάσιμη επισκευή. Η προστασία του καταναλωτή δεν μπορεί να εξαντλείται στην υπογραφή ενός ενημερωτικού εντύπου».

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0