Υποψήφιος για πέντε Οσκαρ στην αυριανή τελετή της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου με την ήδη πολυβραβευμένη "Αγάπη", ο Μίκαελ Χάνεκε δηλώνει πως δεν αδιαφορεί για το αποτέλεσμα: "Φυσικά και θέλω να κερδίσω. Θα ήθελα να κερδίσω και τα πέντε Όσκαρ, αλλά, μιλώντας ρεαλιστικά, θα ήθελα να κερδίσω τουλάχιστον σε μία κατηγορία, όποια κι αν είναι αυτή".
Ο σκηνοθέτης-φιλόσοφος, που αρνείται τον χαρακτηρισμό του "πεσιμιστή" που του αποδίδουν ορισμένοι, πιστεύει πως "οι αληθινοί πεσιμιστές είναι κυνικοί άνθρωποι που κάνουν 'ψυχαγωγικές' ταινίες γιατί θεωρούν ότι τα σοβαρά πράγματα δεν έχουν κανένα ενδιαφέρον και ότι τίποτα δεν χρειάζεται ν' αλλάξει. Θεωρώ τον εαυτό μου ρεαλιστή: η ζωή είναι απίθανη και τρομερή, παραπαίουμε ανάμεσα στα δύο άκρα. Αποφάσισα να κάνω αυτήν την ταινία όταν κατάλαβα πως όταν φτάνεις σε μια κάποια ηλικία, πρέπει να υπομένεις την αγάπη που έχεις δίπλα σου. Είναι αναπόφευκτο, το έχω δει να συμβαίνει, ακόμη και στη δική μου οικογένεια".
Ωστόσο, πέρα από τον κινηματογράφο και τα χρυσά αγαλματίδια, ο Χάνεκε αυτή τη στιγμή προβληματίζεται περισσότερο για την όπερα που σκηνοθετεί στην Ισπανία: Ανεβάζει το «Cosi Fan Tutte» του Μότσαρτ, στο Teatro Real της Μαδρίτης. Το «Cosi Fan Tutte» είναι η τελευταία όπερα που συνέθεσε ο Μότσαρτ σε συνεργασία με τον λιμπρετίστα των «Γάμων του Φίγκαρο» και του «Ντον Τζιοβάνι», Λορέντσο ντα Πόντε. Και όπως λέει ο Χάνεκε, η πιο δύσκολη. Το «Cosi Fan Tutte» είναι η ιστορία δύο γυναικών που δοκιμάζουν τους μνηστήρες τους. «Είναι η πιο δύσκολη όπερα του Μότσαρτ, με εξαιρετικά απαιτητικές στιγμές και δύσκολες άριες...» εξηγεί. «Όταν ανεβάζεις Μότσαρτ είσαι καταδικασμένος να αποτύχεις. Το θέμα λοιπόν είναι πόσο πολύ θα αποτύχεις... Στο σινεμά νιώθω αυτοπεποίθηση, αλλά όχι στην όπερα. Δεν νομίζω ότι είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για την όπερα".