Βαθιά ανήσυχος από την εποχή της πανδημίας και χωρίς να κρύβει την αγωνία του για το μέλλον του θεάτρου, ο ηθοποιός Γιάννος Περλέγκας μιλά στην ΑΥΓΗ με αφορμή τη διαφορετική ανάγνωση που κάνει, σκηνοθετώντας τη «Στέλλα με τα κόκκινα γάντια», ως ένα έργο «με νωπή τη μνήμη του εμφυλίου», που συνομιλεί με το σήμερα, καθώς «ζούμε σε μια περίοδο ενός νέου, προπολεμικού άγχους», όπως λέει. Το έργο του Καμπανέλλη κάνει διαδικτυακή πρεμιέρα μεθαύριο, Σάββατο, στο Εθνικό Θέατρο και τη σκηνή του Rex.
«Θα ζήσουμε το πρωτοφανές μιας άδειας πλατείας» σχολιάζει φανερά προβληματισμένος, υπογραμμίζοντας πως η «νέα αγορά τού live streaming, που αναπτύσσεται ραγδαία, στην οποία είμαι αντίθετος, καταλύει τη βασική συνθήκη του θεάτρου. Ελπίζω το θέατρο να μην πεθάνει. Φαίνεται ότι πεθαίνει» σημειώνει. Την ίδια ώρα, συμμετέχει στον τηλεμαραθώνιο αλληλεγγύης των καλλιτεχνών την Κυριακή, με το τραγούδι του Βασίλη Τσιτσάνη «Τα ναυάγια», «που περιγράφει πολύ δραματικά αυτό που ζει ο κλάδος μας. Η εποχή μέσω της πανδημίας μάς καλεί να περιπέσουμε σε μια νέα σιωπή. Και μάλιστα κατ’ εντολήν, μιας κι έχει ποινικοποιηθεί η συνύπαρξη. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος αυτού που ζούμε είναι μια οριστικοποίηση της σιωπής μας και της αίσθησης μιας ανημποριάς. Πρέπει να απαλλαγούμε από την αίσθηση να νιώθουμε θύματα» τονίζει.
Η άλλη «Στέλλα»
Μιλώντας για τη «Στέλλα με τα κόκκινα γάντια» και τοποθετώντας την μακριά από την ιστορική κινηματογραφική μεταφορά της, ο Γιάννος Περλέγκας, που μελέτησε χειρόγραφα του Καμπανέλλη τα οποία του εμπιστεύτηκε η κόρη του Κατερίνα, εξηγεί πως ανακάλυψε χαμένες αλλά και κομμένες σκηνές της τελικής εκδοχής. «Ήθελα να κοιτάξω το έργο στην εποχή που γράφτηκε, ως μια τοιχογραφία της μετεμφυλιακής περιόδου. Έμεινα έκθαμβος, γιατί συνάντησα ένα έργο εφάμιλλο, κατά τη γνώμη μου, της 'Αυλής των Θαυμάτων', ίσως και σημαντικότερο».
Ο Περλέγκας αποκαλύπτει άγνωστες λεπτομέρειες για τους χαρακτήρες όπως ο Μίλτος, «ο γυναικοκτόνος της ταινίας, που είναι γιος ανάπηρου στρατιώτη της Αλβανίας και έγκλειστου σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Η Στέλλα δεν είναι μια ασυμβίβαστη επαναστάτρια, αλλά ένα τραγικό πρόσωπο, εξαιρετικά τραυματισμένο από οικογενειακές συγκρούσεις, αποφασισμένο να επιβιώσει, τέκνο τής τότε Ελλάδας των αντιφάσεων, που με πολύ μεγάλο κόστος και αγωνία πληρώνει τον τρόπο που υπάρχει. Όλοι οι χαρακτήρες έχουν μια εξαιρετικά ώριμη και πολύπλοκη ανάπτυξη, ισάξια και πρωταγωνιστική. Εμφανίζονται ως ναυάγια μιας μετεμφυλιακής Ελλάδας που προσπαθούν να απαλλαγούν από το μετεμφυλιακό άγχος και ψάχνουν μανιακά αλλά μάταια να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους. Ο Μήτσος το γκαρσόνι μιλά για την περιπέτεια του αδελφού του κατά την εξορία του στο στρατόπεδο της Ελ Ντάμπα, εξαιτίας των Δεκεμβριανών. Έντονη είναι επίσης η αναφορά στην ανοικοδόμηση της χώρας, καθώς το σχέδιο Μάρσαλ έχει αρχίσει να μπαίνει σε εφαρμογή και ο κόσμος μοιάζει να πνίγεται μέσα στον νέο τρόπο της πόλης.
Όλα αυτά τα στοιχεία έκαναν μέσα μου το έργο να μοιάζει απίστευτα σημερινό, καθώς νιώθω ότι το μετεμφυλιακό άγχος των ηρώων μοιάζει πάρα πολύ με ένα δικό μας προπολεμικό άγχος» σχολιάζει.
Στην παράσταση εντάσσονται κάποια ένθετα κείμενα της Ντυράς, «της οποίας ο σύζυγος υπήρξε εκτοπισμένος σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, αλλά και του Χάκκα για την Αθήνα που αλλάζει πρόσωπο. Ακόμη υπάρχουν στοιχεία για μια απίστευτη αστυνομοκρατία της εποχής, κάτι που αποκτά ένα νέο νόημα που συνομιλεί με το σήμερα», σημειώνει και προσθέτει πως η ζωντανή μουσική των ρεμπέτικων τραγουδιών καταγράφει, όπως αναφέρει ο ίδιος ο Καμπανέλλης, τη σαγήνη που ένιωσε ακούγοντάς τα και το έργο που θέλησε να γράψει για να αποτυπώσει αυτόν τον κόσμο.