Του Λέανδρου Πολενάκη
Αναζητώντας φόρμα ικανή να περιλάβει το τραγικό στοιχείο της εποχής μας, ο πιο “Ευρωπαίος” Αμερικανός συγγραφέας (με ρίζες σε Ίψεν, Στρίντμπεργκ) και “πατέρας” του αμερικανικού θεάτρου Ευγένιος Ο' Νηλ καταδύεται στις ρίζες του επιχώριου μύθου για να αντλήσει το υλικό των ποικίλων έργων του, δοκιμάζοντας όλα τα είδη και τα ύφη, από φωτογραφικό ρεαλισμό μέχρι εξπρεσιονισμό και αφηρημένο συμβολισμό. Για να συμβάλει καθοριστικά στη μεταμόρφωση του αμερικανικού θεάτρου από ηθογραφικό σε ψυχολογικό. Έχοντας διανύσει την πρώιμη “κοινωνιστική” ρεαλιστική φάση του έργου του, φέρνει στα όψιμα δράματά του σε αντιπαράθεση από τη μία μεριά τον “αυτοδημιούργητο άνθρωπο” του αμερικανικού ονείρου που υψώνει ως λάβαρο η “καινούργια” προτεσταντική κοινωνία της Δύσης και από την άλλη τον αυτοκαταστροφικό, ενοχικό και αδιέξοδο άνθρωπο της ιρλανδέζικης καθολικής γενιάς του. Από τη μία τον άνθρωπο που εκμεταλλεύεται προς όφελός του ληστρικά τον χρόνο και από την άλλη εκείνον που δεν “βολεύεται” στο πλαίσιο της καπιταλιστικής λογικής της ανάπτυξης και σπαταλά τον χρόνο του δίχως να λαβαίνει μέρος στο ανταγωνιστικό παιχνίδι της με κάθε μέσο επιτυχίας και ανόδου, μένοντας μοιραία στο κοινωνικό περιθώριο.
Πρόκειται για ένα σχήμα που συναντάμε σε παραλλαγές σε όλο το έργο του και που δεν αντανακλά μόνο τη σύγκρουση ανάμεσα στο προτεσταντικό και το καθολικό συλλογικό ασυνείδητο ή τη σύγκρουση ανάμεσα στις αρχές του αυτοκαθορισμού και του ετεροκαθορισμού της βούλησης του ανθρώπου (παιχνίδι υπονομευμένο εκ των προτέρων, μια και στο προτεσταντικό δόγμα κυριαρχεί ένας θεός που “προνοεί” τα πάντα). Θα έλεγα πιο πολύ ότι πρόκειται για την αιώνια σύγκρουση ανάμεσα στον Ποιητή και τον Εχθρό του Ποιητή, υπό το άγρυπνο βλέμμα του πιο πάνω θεού. Παραπέμπω στο σύντομο, αριστουργηματικό αλληγορικό, μονόπρακτό του Ο' Νηλ “Ο βρόχος”, όπου αποτυπώνεται η βιοθεωρία του και συμπυκνώνεται αφοριστικά η κριτική του για το καπιταλιστικό φαινόμενο.
Το “ Ένα φεγγάρι για τους καταραμένους” είναι ακόμα μια εκδοχή της ποικίλης προβληματικής του, που δεν εξαντλείται στην τυπική ηθογράφηση της άκληρης αγροτιάς των μεσοδυτικών Πολιτειών των ΗΠΑ. Πρόκειται για την τραγικωμωδία του “ανθρωπάκου”. Ο Ο' Νηλ τοποθετείται σε απόλυτη θέση μάχης απέναντι σε έναν Αμερικανό θεό “τοκιστή και χρηματομεσίτη”, που, κατά τη ρήση του Λόρκα, “οι Αμερικανοί δεν βλέπουν παρά μόνο τη γιγάντια πατούσα του”. Παίρνοντας, χωρίς να είναι στρατευμένος, το μέρος των “ταπεινών και καταφρονεμένων” της Γης, με κριτική, πάντα, ματιά για την αδυναμία τους να ξεφύγουν από τη μοίρα.
Ο Ο' Νηλ δεν είναι εύκολος συγγραφέας, πρέπει να βρεθεί η κατάλληλη, ακριβής φόρμα για να αποδοθεί στη σκηνή ξεχωριστά κάθε έργο του. Η παράσταση στο Θέατρο Πορεία, μια συμπαραγωγή του ομώνυμου θεάτρου με τις εταιρείες θεάτρου Άκτις - Μοντέρνοι Καιροί και Zero Gravity. Στηριγμένη στη στέρεη, γεωμετρημένη μετάφραση του Θοδωρή Τσαπακίδη και της Ισμήνης Φραγκιουδάκη (επεξεργασία κειμένου Μαριλίτας Λαμπροπούλου και Γιάννη Νταλιάνη), η σκηνοθεσία της Μαριλίτας Λαμπροπούλου (κινησιολογία Κορίννας Κόκκαλη), βρίσκει το στίγμα του έργου στην ειρωνική, χωρίς κακία, ματιά του απελπισμένου συγγραφέα, επάνω στη μορφή των “άβουλων και μοιραίων” ηρώων του. Εξισορροπεί τις αντίθετες τάσεις, δένει το κωμικό με το δραματικό χωρίς υπερβολές, κινείται με άνεση ανάμεσα στον ρεαλισμό και στην αλληγορία. Θα την ήθελα ίσως κατά ένα ημιτόνιο πιο “ανεβασμένη”. Το εμβόλιμο με τα γουρούνια έχω την εντύπωση ότι διατάραζε το υφολογικό μείγμα τη στιγμή ακριβώς που πήγαινε να “κατακαθίσει”. Αντίθετα, η διδασκαλία και απόδοση των ρόλων ευτύχησε. Η Ιωάννα Παππά καταβάλλει τεράστιο μόχθο για να “στερεώσει”, κάνοντας προφανή και απτή την ποιητικά ρευστή μορφή της Τζόσι Χόγκαν και το κατορθώνει. Ο νέος ηλικιακά Ντίνος Γκελαμέρης, ως Μάικ Χόγκαν συνδυάζει απολαυστικά το αστείο με το σοβαρό και ο Γιώργος Τριανταφυλλίδης ως Τζιμ Τάιρον κάνει ακριβώς το αντίστροφο, φτιάχνοντας ένα ωραία κουρδισμένο κατ' άξονα “δίδυμο”. Ο Γιάννης Νταλιάνης ως αγέλαστος Φιλ Χόγκαν είναι από μόνος του μια φόρμα και η μορφή του “μονάντερου” Στέντμαν Χάρντερ βρίσκει στον Ιωάννη Κωτίδη τον “άνθρωπό” της. Λειτουργικά τα σκηνικά-κοστούμια της Νίκης Ψυχογιού και οι έμπειροι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμίλη, ξεχωριστή μνεία για την αισθαντική μουσική των Κώστα Γάκη, Κώστα Λώλου.