Live τώρα    
Ένας πρωτομάστορας του γραπτού λόγου
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Ένας πρωτομάστορας του γραπτού λόγου

Στα γραφεία της “Αυγής” αρχές δεκαετίας του 1980. Ο Γιώργος Ματζουράνης (στη πρώτη σειρά) στο κέντρο της φωτογραφίας δίπλα στον εκδότη της εφημερίδας Λ. Βουτσά (δεξιά) και την Ελένη Βερυκάκη (αριστερά) στην κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας

Της Πέγκυ Κουνενάκη

Σήμερα, στην Απολλωνία της Σίφνου, στις 5 το απόγευμα, θα γίνει η κηδεία του Γιώργου Ματζουράνη, ενός μαχητή της ζωής και της Αριστεράς, σπουδαίου δημοσιογράφου, ευαίσθητου λογοτέχνη, κορυφαίου ερευνητή, τρυφερού λαογράφου της γενέθλιας γης του.

Άνθρωπος από τη φύση του σεμνός και χαμηλόφωνος, σπάνια πρόβαλλε το έργο του όσο θα ’πρεπε. Πρωτομάστορας του γραπτού και του ραδιοφωνικού λόγου, της οργανωτικής επάρκειας προς όφελος του συνόλου, είτε αυτό το σύνολο αφορούσε την ομάδα μιας εφημερίδας και το τυπωμένο εργασιακό της αποτέλεσμα είτε την οργάνωση μιας ραδιοφωνικής εκπομπής που τα μηνύματά της ξεπερνούσαν τα γεωγραφικά όρια τουλάχιστον δύο χωρών, της Ελλάδας και της Γερμανίας.

Αυστηρός και πάντα ακριβολόγος στα προσωπικά κείμενα ή τα βιβλία του, με εμμονή στην ελληνική γλώσσα, πάντα ταξικά τοποθετημένος, μειλίχιος στην επαφή με συναδέλφους, απόλυτα ενημερωμένος σ’ όλους τους τομείς της δημοσιογραφικής καθημερινότητας, ικανός να προγραμματίσει, να ελέγξει, να προβάλει ένα κείμενο.

Ο Γιώργος Ματζουράνης παρέμεινε στην εφημερίδα «Αυγή», της οποίας διετέλεσε για πολλά χρόνια διευθυντικό στέλεχος (αρχισυντάκτης, διευθυντής σύνταξης) μέχρι τη συνταξιοδότησή του. Περιστασιακά συνεργάστηκε με τα «Νέα», στην κυριολεξία έστησε την εφημερίδα «Πρώτη». Αργότερα συνεργάστηκε με την «Καθημερινή» σε θέματα της Αριστεράς. Όμως, η «Αυγή» ήταν πάντα η βάση του.

Γεννημένος το 1931 στη Σίφνο, σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Τον τελευταίο χρόνο των πανεπιστημιακών σπουδών του τού προσφέρθηκε μια ευκαιρία: να ταξιδέψει για περιορισμένο χρονικό διάστημα στη Νότιο Αφρική. Ξαφνιασμένος και γοητευμένος από τα εναλλασσόμενα τοπία αλλά κυρίως από τις μαύρες φυλές που εκείνη την εποχή είχαν ξεκινήσει απελευθερωτικούς αγώνες ενάντια σε Ευρωπαίους και όχι μόνο αποικιοκράτες, ξέχασε το ορισμένου χρόνου εισιτήριό του και παρέμεινε κοντά τους. Έγινε ο επίμονος καταγραφέας των αγωνιστικών τους πεπραγμένων για πέντε ολόκληρα χρόνια.

Κείμενά του φιλοξενούνταν τακτικά στον ελληνικό αριστερό Τύπο της εποχής και στην προδικτατορική «Αυγή», ενώ δύο συλλογές διηγημάτων, το «Σημείον επαφής» (εκδόσεις «Κοχλίας», 1964), και μια δεκαετία αργότερα το 1974 το «Uhuru - Ελευθερία» (εκδόσεις «Κέδρος»), αποδεικνύουν την ανθρώπινη σχέση του μ’ αυτούς τους ανθρώπους.

Η επιστροφή στην Ελλάδα το 1965 συνέπεσε με την πολιτική ανωμαλία που είχε προκαλέσει η διακυβέρνηση του δεξιού παρακράτους, που ως κλίμα δεν ήταν ό,τι καλύτερο για έναν νέο ευαισθητοποιημένο και εμπλεκόμενο στην υπόθεση της Αριστεράς, ποτισμένο με τις ιδέες της ελευθερίας, της ισότητας και της δημοκρατίας, ιδιαίτερα μετά την πεντάχρονη παραμονή του στη Νότιο Αφρική.

Αφού πήρε τελικά το πτυχίο του, έφυγε στο Μόναχο για να συνεχίσει εκεί τις σπουδές του. Ζητούμενό του να σπουδάσει δημοσιογραφία -με την επιστημονική έννοια του όρου- κάτι που εκείνη την εποχή δεν υπήρχε ούτε κατά διάνοια στην Ελλάδα. Τελικά, κάποια χρόνια αργότερα πήρε το διδακτορικό του με θέμα τους Έλληνες μετανάστες από το Πανεπιστήμιο του Μονάχου.

Επαγγελματικά συνδέθηκε με τον Ραδιοφωνικό Σταθμό Νότιας Γερμανίας, με έδρα το Μόναχο, κάνοντας μια εκπομπή για τους μετανάστες, επί 24 συναπτά έτη. Δηλαδή το διάστημα που ζούσε και σπούδαζε στη Γερμανία, αλλά και μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, η οποία συνέπεσε με την πτώση της δικτατορίας. Στα χρόνια που έζησε στη Γερμανία, εκτός από τις σπουδές και την εργασία του, υπήρξε ενεργό μέλος της αντιδικτατορικής αντίστασης, αλλά και ενεργό μέλος του νεόκοπου τότε ΚΚΕ εσωτ., που οργανωνόταν στην κεντρική Ευρώπη.

Ο Γιώργος Ματζουράνης δεν θα μπορούσε να επιλέξει καλύτερο θέμα εκείνη την εποχή από τους Έλληνες μετανάστες. Το κύμα της μετανάστευσης είχε αρχίσει τα πρώτα χρόνια μετά τον εμφύλιο, εποχή φτώχειας και ανέχειας για την Ελλάδα και ρημαγμένων ιδανικών για πολλούς από τους νέους της εποχής. Τα χρόνια που άρχισε τη διατριβή του έζησε από κοντά τον αγώνα των Ελλήνων εργατών για επιβίωση σε μια ξένη βιομηχανική χώρα γρήγορα αναπτυσσόμενη μετά την καταστροφή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, κάτω από σκληρές συνθήκες εργασίας και διαβίωσης.

Το δόγμα της ενσωμάτωσης των εργατών στη γερμανική κοινωνία, τα περιστασιακά ταξίδια τους σε μια αναπτυσσόμενη με άλλους όρους Ελλάδα, η σταδιακή αποκοπή τους από τις ρίζες, η επιστροφή κάποιων με τα παιδιά τους που αισθάνονταν να μην ανήκουν πουθενά, ούτε στη Γερμανία ούτε στην Ελλάδα, ήταν μερικά μόνο από τα σοβαρά προβλήματά τους. Καθώς είχε συνεχή επαφή μαζί τους, όχι μόνο πλούτιζε το υλικό του, αλλά σταδιακά άρχισε να απλώνει την έρευνά του σε άλλους ορίζοντες που είχαν να κάνουν με την ενσωμάτωση ή τη μετεγκατάστασή τους, τη σχέση τους με την Ελλάδα.

Η διδακτορική του διατριβή εκδόθηκε το 1974 από τις εκδόσεις Γκούτενμπεργκ και επανεκδόθηκε δύο χρόνια αργότερα. Ωστόσο η πολύπλευρη έρευνα τροφοδότησε μερικά ακόμη βιβλία του. «Μας λένε Γκασταρμπάιτερ», που εκδόθηκε από το «Θεμέλιο» και τον εκδοτικό οίκο Zambon Verlag της Φρανκφούρτης το 1985, «Τα παιδιά του Νότου» εκδόσεις Γκούτενμπεργκ το 1990, «Ανάμεσα σε δύο κόσμους» εκδόσεις Καστανιώτης το 1995, «Όπου κι αν είμαι, ξένος» το 2000 από τις ίδιες εκδόσεις.

Τα τελευταία χρόνια έγραφε ένα μυθιστόρημα, που σύμφωνα με τα λεγόμενά του είχε ολοκληρωθεί, πλην του επιλόγου. Σκόπευε να το τελειώσει αυτό το καλοκαίρι στη Σίφνο. Όμως, δεν πρόλαβε.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0