Live τώρα    
Το μηδέν και το εν
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Το μηδέν και το εν

Του Λέανδρου Πολενάκη

Τα «Παραβάν» του Ζενέ δεν είχαν ανέβει έως τώρα στην Ελλάδα. (Στη Γαλλία όταν πρωτοπαίχτηκαν, το 1966, ενόχλησαν την πουριτανική μικροαστική κοινωνία και δημιούργησαν σκάνδαλο). Θέμα τους είναι ο «βρόμικος» πόλεμος της Αλγερίας, αλλά ο Ζενέ δεν περιορίζεται σε αυτό. Με αφορμή τον πόλεμο κατεδαφίζει «τα ιερά και όσια» των «πολιτισμένων» δυτικών κοινωνιών, μαζί με όλα όσα τις χωρίζουν από τις «βάρβαρες», «απολίτιστες» αφροασιατικές κουλτούρες.

Ωστόσο, αν ξύσουμε λίγο την επιδερμίδα των έργων του, θα διαπιστώσουμε ότι κάτω από αυτήν υπάρχει... ένας παρεξηγημένος και παραπλανημένος ανθρωπισμός, εξοργισμένος από τον φαρισαϊσμό της γαλλικής άρχουσας τάξης, που ασκεί την απάνθρωπη εξουσία της εν ονόματι των δήθεν «ανθρωπιστικών ιδεωδών», στα οποία δεν πιστεύει διόλου. Στο ετοιμόρροπο οικοδόμημα της γαλλικής εξουσιαστικής κοινωνίας, ο Ζενέ δίνει ένα χτύπημα γερό, με πολιορκητικό κριό τον δίχως περιφράσεις λόγο του.

Η σκέψη του Ζενέ διαθέτει ως βατήρα το «σημείο μηδέν» (ή «μάτι του κυκλώνα») της δυτικής μεταφυσικής. Στην αφετηρία της αντλεί από την ίδια δεξαμενή σκέψης που διαχωρίζει το είναι από το φαίνεσθαι, που διακρίνει ως χωριστές κατηγορίες την υποκειμενική φύση του ανθρώπου και την αντικειμενική τάξη του κόσμου, οι οποίες δεν επικοινωνούν παρά μέσα από μια θολή, απροσδιόριστη αίσθηση του υπάρχειν («Ναυτία» θα την έλεγε ο Σαρτρ). Που θεωρεί το γεγονός της ύπαρξης πεπερασμένο και τον θάνατο ως οριστικό τέλος των ονείρων του ανθρώπου. Που γνωρίζει μόνο απόλυτα μεγέθη -«καλό», «κακό», «σκοτάδι», «φως»- ενώ της διαφεύγουν οι μισοφωτισμένες γωνίες της ύπαρξης, στις οποίες μπορεί να καταφύγει η απαρηγόρητη «δυστυχής συνείδηση» και όπου ο άνθρωπος μπορεί συγχρόνως να ονειρεύεται και να εγρηγορεί.

Ο Ζενέ αυτό το ανακάλυψε όταν είχε πια αντικρίσει τον πάτο της αβύσσου. Έφθασε στο σημείο μηδέν ισορροπώντας πάνω από το χάος που άφηνε πίσω της αποσυρόμενη η δυτική μεταφυσική και γειώθηκε στο εν, ολισθαίνοντας επάνω στην κόψη του εργαλείου της γνήσιας, αντικομφορμιστικής ειρωνείας του. Επειδή, όπως γράφει ο σπουδαίος Γαλλοεβραίος αντικομφορμιστής φιλόσοφος Βλαντιμίρ Γιανκέλεβιτς:

«Ενώ η γνήσια ειρωνεία προοδεύει, μέσω της αντίθεσης, προς μια σύνθεση ανώτερη, ο κομφορμιστικός ριζοσπαστισμός, λειτουργώντας με αντιθέσεις μηχανικές, επιφανειακές, επιστρέφει στο σημείο εκκίνησης, δηλαδή στην απλή θέση. Ο κομφορμιστικός ριζοσπαστισμός είναι το status quo. Τον συνδέουμε με τον κυνισμό συχνά, γιατί έχει το πάθος και τον προκλητικό του τόνο. Είναι, όμως, ένας κυνισμός περιφερειακός, χωρίς ειλικρινή απελπισία.

Πρέπει να είμαστε κομφορμιστές στα μικρά πράγματα και εξεγερμένοι στα μεγάλα. Αλλά οι κακοήθεις για τους οποίους μιλούμε κάνουν το αντίθετο: κομφορμιστές στα μεγάλα ζητήματα και εξεγερμένοι στα μικρά, γίνονται όλοι αυτοί οι πολεμοχαρείς αθεράπευτα δειλοί, όταν πρόκειται για πράγματα ουσιώδη και λένε ναι στον κατακτητή που εισβάλλει, ναι στην προδοσία, στις προκαταλήψεις και στην κοινωνική αδικία.

Δεν αρκεί, για να τοποθετηθείς εκτός κατεστημένου, να φοράς κόκκινο γιλέκο και να σκανδαλίζεις τους αστούς. Όπως το πνεύμα της αντιλογίας δεν είναι παρά μια μορφή απομίμησης, έτσι και οι εντυπωσιακές χειρονομίες του εξεγερμένου αποκαλύπτουν συχνά επαχθή χαμέρπεια».

Αυτός είναι ο Ζενέ. Ένας μεγάλος αντικομφορμιστής είρων.

Το έφερε η τύχη να «κλείσει» το Φεστιβάλ Αθηνών με το κορυφαίο αυτό έργο σε μια κορυφαία παράσταση, αμβλύνοντας τις εντυπώσεις της γενικής μετριότητας που απέπνεε φέτος ο θεσμός και που δεν οφειλόταν, κατά τη γνώμη μου, αποκλειστικά στην ξαφνική αλλαγή προσώπων και προγραμμάτων. Υπάρχει πρόβλημα, γενικότερο. Θα αφιερώσω προσεχώς ιδιαίτερο σημείωμα επάνω σε αυτό.

«Τα παραβάν» είναι ένα τεράστιο σε έκταση έργο, με εκατό ρόλους, που, αν παιχτεί ολόκληρο, διαρκεί πάνω από οκτώ ώρες. Είναι ένας σπάνιος άθλος μεταφραστικός και δραματουργικός η «γεωμετρική» σύντμησή του στη μισή περίπου διάρκεια, χωρίς τίποτα να χαθεί ή να λείψει, από την ομάδα που ανέλαβε το έργο. (Μεταφραστική ομάδα, με τη στήριξη του Εργαστηρίου Θεατρικής Μετάφρασης του Γαλλικού Ινστιτούτου, από τις: Ειρήνη - Κωστούλα Αργυρού, Μαρία Μηνόγιαννη, Χρυσούλα Φουρνάρη. Διεύθυνση - επιμέλεια μετάφρασης, δραματουργία: Δήμητρα Κονδυλάκη). Άθλος είναι και το ισοδύναμο μοίρασμα των ρόλων σε 15 ηθοποιούς, που υποδύονται τρία και τέσσερα πρόσωπα ο κάθε ένας.

Η σκηνοθεσία του Δαμιανού Κωνσταντινίδη (κίνηση ΄Ιριδας Νικολάου, «παίζοντα» σκηνικά - κοστούμια του Αντώνη Δαγκλίδη, φωτισμοί της Ελευθερίας Ντεκώ, λειτουργική μουσική του Κωστή Βοζίκη) αντιμετωπίζει το έργο ένθερμα και ζηλωτικά, ως ένα μαχόμενο, παλλόμενο πολιτικό κείμενο που αντιστρέφει υπέρ του ανθρώπου τα όρια της παραδοσιακής ηθικής και του ηρωισμού, αποφεύγοντας οποιαδήποτε στράτευση.

Αυτό ακριβώς είναι το πνεύμα του συγγραφέα, που η σκηνοθεσία φέρνει στα όριά του μέσα από ένα ύφος μεικτό, άλλοτε καθημερινό, ρεαλιστικό, άλλοτε γκροτέσκο, όπως, άλλωστε, η αληθινή ζωή. Πάντοτε, όμως, ειρωνικό, χωρίς υποκριτικούς μορφασμούς, χωρίς ψεύτική οργή, χωρίς καταγγελίες. Ψύχραιμο και όχι ψυχρό, δίχως ακρότητες, απαλλαγμένο από κάθε είδους ακαδημαϊσμό.

Ο ενσώματος λόγος - ρυθμός του Ζενέ αναδύεται γυμνός, με όλο το χάρισμα της προφητείας του.

Η Δήμητρα Χατούπη («Μητέρα»), με πρωτοφανές, επεξεργασμένο και φινιρισμένο πάθος, χαρίζει στο κοινό ένα ρίγος γεμάτο αιχμηρά θραύσματα επικά. Η σχεδόν ισοκέφαλη ομάδα που κινείται γύρω της ανταποκρίνεται θαυμαστά και ομοιότροπα: Χρήστος Παπαδόπουλος, ΄Ελλη Μερκούρη, Δέσποινα Σαραφείδου, Ρεβέκκα Τσιλιγκαρίδου, Λεωνίδας Μαράκης, Κίμων Κουρής, Ιωσήφ Ιωσηφίδης, Στέλλα Βογιατζάκη, Αγγελική Λεμονή, Θωμάς Κούκιος, Ορέστης Καρύδας. Και οι: Ανδρέας Κανελλόπουλος, Φώτης Λαζάρου, Λευτέρης Παπακώστας. Ως "πρώτους".

Ας μου επιτραπεί ξεχωριστή μνεία για την έξοχη Δέσποινα Σαραφείδου, μια σπουδαία ηθοποιό και εργάτρια ακούραστη του θεάτρου, που, επιτέλους, πρέπει να την προσέξουμε.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0