Του Λέανδρου Πολενάκη
Ποιος είναι εν τέλει αυτός ο «καταραμένος» ποιητής Ζαν Ζενέ, γνήσιο τέκνο της γεωμετρικής και ταυτόχρονα χαοτικής γαλλικής σκέψης που ο Ζαν Πολ Σαρτρ ονομάζει στο σχετικό βιβλίο του «Άγιο, θεατρίνο, μάρτυρα»; (Να σημειώσω ότι, μετά την έκδοση του βιβλίου του Σαρτρ που τον επέβαλε, ο Ζενέ έκανε πολλά χρόνια να ξαναπιάσει την πένα του!).
Τα έργα του, πεζά ή θεατρικά, ιδίως τα δεύτερα, κινούνται στην «κόψη» μιας συνείδησης επαναστατημένης και φανατικά ασυμβίβαστης απέναντι στη μετριότητα. Μια συνείδηση αναδιπλωμένη στον εαυτό της, που αρνείται τον κόσμο και που δεν έχει παρά μονάχα δύο επιλογές: να καταστρέψει είτε το είδωλο του κόσμου είτε τον εαυτό της. Συνείδηση γνήσια επαναστατημένη, που, όμως, δεν μπορεί, προς δυστυχία της, να απορρίψει πλήρως τον κόσμο. Κι αυτό το καταλαβαίνει. Αλλιώς, η εωσφορική επανάστασή της δεν θα είχε νόημα στρεφόμενη εναντίον του τίποτε, του μηδενός. Επαναστατώ σημαίνει δέχομαι το πραγματικό και λογικό, κάτω από μια ορισμένη αντίληψη, του κόσμου, τη «λογική» του οποίου σκοπεύω να ανατινάξω.
Έτσι εξηγείται η διαβόητη δήλωση του Ζενέ κατά της επανάστασης «Θα ήθελα ο κόσμος να μην αλλάξει, για να μου επιτρέπεται να τα βάζω μαζί του!». Ο συγγραφέας του έργου «Τα Παραβάν» κρύβει, υπό αυτήν την έννοια, έναν παρεξηγημένο θετικιστή και ανθρωπιστή. Η σκέψη του, όσο κι αν προσπαθεί να την κρύψει, πηγάζει από την ίδια εκείνη λογική που διαχωρίζει απόλυτα το είναι από το φαίνεσθαι, που θεωρεί την υποκειμενική φύση του ανθρώπου (σκέψη) και την αντικειμενική τάξη του κόσμου (φύση) διακριτές κατηγορίες, οι οποίες επικοινωνούν μόνο μέσα από μια θολή, απροσδιόριστη αίσθηση του υπάρχειν. Που θεωρεί το γεγονός της ύπαρξης πεπερασμένο και τον θάνατο ως οριστικό τέλος των ονείρων του ανθρώπου. Οι μαύροι ήρωές του θα μπορούσαν, ίσως, να αναρωτηθούν, όπως ένας μιγάς Άμλετ: «Σε αυτόν τον ύπνο του θανάτου, τι όνειρα θα έρθουν;».
Για να απαντήσει σαν ηχώ απόμακρη μια λευκή Οφηλία: «Ξέρουμε τι είμαστε, αλλά δεν ξέρουμε τι μπορούμε να είμαστε...». Τι μας μένει έπειτα από αυτό; Ένα αδιάκοπο παιχνίδι, εφόσον τελικά επιλέξουμε την (αυτό)ζωή και όχι τον (αυτό)θάνατο. Ένα ατέρμον παίγνιο θεατρικών μεταμορφώσεων, όπου ο κόσμος είναι μια απέραντη σκηνή και ο άνθρωπος ένας χάρτινος θεατρίνος ή μια ξύλινη, άψυχη κούκλα στα χέρια μιας τρομερής, εχθρικής αδυσώπητης «θεότητας».
Η Ιστορία γίνεται απλή αντανάκλαση της σκέψης του ανθρώπου που γεννάει επ’ άπειρον φαντάσματα, τα οποία, με τη σειρά τους, γεννούν άλλα φαντάσματα, ψευδή συνείδηση και ιδεολογία της ιδεολογίας. Ένα παιχνίδι αντικριστών κατόπτρων, που συνιστά μια υπέρβαση του δυτικού ιδεαλισμού και της δυτικής μεταφυσικής, η οποία γνωρίζει μόνο απόλυτα μεγέθη, «καλό», «κακό», «σκοτάδι», «φως», ενώ της διαφεύγουν οι μισοφωτισμένες γωνίες της ύπαρξης στις οποίες μπορεί να καταφύγει η απαρηγόρητη «δυστυχής συνείδηση», και όπου μπορεί συγχρόνως ο άνθρωπος να ονειρεύεται και να εγρηγορεί. Επειδή, δεν αποτελεί ο θάνατος, όπως λέγεται συχνά, μια εμπειρία της ζωής (και πώς, αν όλα τελειώνουν με αυτόν;), αλλά η ζωή είναι, αντίθετα, μια εμπειρία θανάτου. Ο Ζενέ το ανακάλυψε αυτό πρωθύστερα, όταν είχε πια αντικρίσει τον πάτο της αβύσσου. «Τα Παραβάν» του είναι μια άλλη, ανεστραμμένη, ομηρική «νέκυια».
Ο Ζενέ είναι ένας ποιητής (όχι ακροατής) της ζωής. Ανάμεσα στο ποιείν και το πράττειν του κόσμου βρίσκει έναν δρόμο λόγου και μια χειροπιαστή του αλήθεια. Επειδή δεν βγαίνει από τα φιλολογικά σαλόνια αλλά από τον πυθμένα της κοινωνίας, αναταράσσοντας τη λάσπη του. Αναδυόμενος φέρει γύρω του μια αύρα σκοτεινή, σαν στέφανο αρχαγγελικού και «μαύρου» φωτός. Το έργο του κρέμεται, κυριολεκτικά, πάνω από την άβυσσο, με δομή που θυμίζει τους κύκλους της δαντικής κόλασης. Θα χρειαστεί, όμως, άλλο ένα σημείωμα για να ολοκληρώσουμε τα πιο πάνω, και για την αποτίμηση της παράστασης των άπαικτων μέχρι σήμερα στη Ελλάδα «Παραβάν», που σκηνοθέτησε ζηλωτικά ο Δαμιανός Κωνσταντινίδης στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών στην Πειραιώς 260. Υπομονή ώς την επόμενη Κυριακή.