Οι «Επτά επί Θήβας» του Αισχύλου παρουσιάζουν έντονο αρχαϊκό προφίλ. Ο πρωταγωνιστής (Ετεοκλής) διατηρεί τον χαρακτήρα ενός επιλεγμένου θεϊκού θύματος, προορισμένου να εξαγοράσει με το αίμα του τις «αμαρτίες» του γένους του. Δεν το ξέρει και αντιστέκεται, μέχρις ότου μαθαίνει όψιμα την αλήθεια, που συντρίβει την υπεροψία του και τον παραδίδει στην παντοδυναμία των Θεών. Με την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή (441 π.Χ.), το πράγμα γίνεται αλλιώς. Η Αντιγόνη έχει εξ αρχής ανοικτή συνείδηση, γνωρίζει καλά τι κάνει και γιατί το κάνει. Ο Σοφοκλής πραγματοποιεί τον αποφασιστικό ελιγμό της Τραγωδίας, με το πέρασμα του ήρωα (ηρωίδας) από τη θυσία στην αυτοθυσία.
Η χειρόγραφη παράδοση των «Επτά» είναι προβληματική, και το τέλος τους, με εμφάνιση της Αντιγόνης και της Ισμήνης, θεωρείται νόθο, μια μεταγενέστερη προσθήκη για λόγους διδακτικούς. Το έργο τελείωνε, σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή, με μια τελετή κάθαρσης, με την κοινή ταφή των δύο αδελφών και με την ίδρυση στο μνήμα τους ενός ιερού στον «Δαίμονα Σωσίπολι» (Σωτήρα της πόλης).
Η Θήβα δεν πολιορκείται μόνο από τον στρατό των Αργείων, αλλά και από την κατάρα του Οιδίποδα (Ερινύα), που θα χρησιμοποιήσει τους εισβολείς για να μπει στην πόλη και να καταστρέψει τον οίκο του Λάιου. Κορμός της τραγωδίας είναι η ονομαζόμενη «σκηνή των ασπίδων», όπου ο Ετεοκλής, κατά την περιγραφή του σήματος της ασπίδας κάθε Αργείου λοχαγού από τον «κατάσκοπο», προσπαθεί να βρει και να αντιτάξει ως αντίπαλό του τον καταλληλότερο σημειολογικά Θηβαίο, σαν να ήταν ζωντανή απειλή τα σήματα. Ζωντανή απειλή, όμως, είναι η κατάρα του Οιδίποδα, ή Ερινύα, που την «αφύπνισε» μια μαύρη, αντικανονική, «μαγική» τελετή των Επτά, και κατευθύνεται στην πόλη. Τα σήματα των ασπίδων είναι τα βήματα της Ερινύας. Αρχικά ο Ετεοκλής τη θεωρούσε ως μια κοσμική δύναμη. Μέχρι να αντιληφθεί ότι πρόκειται για την πατρική κατάρα που τον καταδιώκει, και ότι στόχος της είναι ο ίδιος, μαζί με τον εχθρό - αδερφό του. Είναι η στιγμή της ριζικής μεταμόρφωσής του, από ψύχραιμο, συνετό πολιτικό ηγέτη, σε μανιώδη αδελφοφάγο. Θα ακολουθήσει ο αλληλοσκοτωμός τους, η κοινή ταφή και ο εξαγνισμός της πόλης από το μίασμα, με την ίδρυση του ιερού. Να μην ξεχνάμε ότι ο πόλεμος είναι εμφύλιος. Υπό τέτοιες συνθήκες, τα πρόσωπα που τον υπηρετούν αποκτούν ιδιότητα διπλή: κατάρα και ευλογία, ντροπή και δόξα, σωτήρες και συμφορά, μαζί, της πόλης τους (Ετεοκλής, Πολυνείκης). Γι' αυτό ακριβώς ο ποιητής δεν ασχολείται διόλου ποιος έχει δίκιο ποιος άδικο, στην έριδα μεταξύ τους. Την επικαλύπτει η Ερινύα, που δεν έχει χάσει ακόμα τα κοσμικά φτερά της, όπως στις μεταγενέστερες «Φοίνισσες» του Ευριπίδη.
Φοβάμαι ότι ο σκηνοθέτης κ. Γκραουζίνις δεν κατάλαβε απολύτως τίποτε από το έργο. Του είπαν ότι έχει πολεμικό περιεχόμενο και θέλησε να πουλήσει φτηνό φιλειρηνισμό, χλευάζοντάς το; Τι άλλο να υποθέσω; Σε μια μεγαλόστομη πομπώδη μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα, είδαμε μια ομόλογη, μεγαλόστομη, πομπώδη παράσταση που παραμόρφωνε το έργο συστηματικά, σε στυλ «Κομμέντια» και βάλε. Υπήρχε στην αρχαιότητα ένα θεατρικό είδος που παρωδούσε την Τραγωδία και το έλεγαν Κόρδακα. Κάπως έτσι, εδώ. Ακόμα και η πλακίτσα μας, όμως, πρέπει να έχει γούστο και μέτρο. Είδαμε κάτι Αργείους πολεμιστές με εξωφρενικά κοστούμια και με παλαβά σουσούμια, σαν πρόσωπα από μεσαιωνική αυλή των θαυμάτων ή σαν δραπέτες φρενοκομείου. Ο Ετεοκλής (Χρίστος Στυλιανού), ατσαλάκωτος ενδυματολογικα λες και είχε μόλις βγει από προεδρική δεξίωση, με ύφος μαγκίτη περιφερειάρχη και ασίκη τοπάρχη, βρισκόταν από την αρχή σε πλήρη κρίση μανίας. Ο μικτός χορός μονίμως ήταν «αλλού» με ένα ποτ πουρί από άσχετες, αλληλοσυγκρουόμενες μουσικές, όπερα, ποπ, ροκ, άριες, κάντρι κ.ά. Τα κοριτσάκια Αντιγόνη - Ισμήνη (Νάντια Κοντογιώργη, Ιώβη Φραγκάτου), ντυμένα «αγγελούδια», τι να σου κάνουν; Ο «Κατάσκοπος» (Γιώργος Καύκας) προσπαθεί φιλότιμα, πλην μάταια να μαζέψει το σχοινί.
Παρακολουθήσαμε και μια χολιγουντιανή, ζωντανή μονομαχία του «καλού» ήρωα με τον «κακό», έτσι, για να το φχαριστηθούμε. Τι άλλο να πω; Και μη χειρότερα! Να μπει ένα φρένο στη γελοιοποίηση της Επιδαύρου.
Λέανδρος Πολενάκης