Του Λέανδρου Πολενάκη
Έχω και άλλοτε αναφερθεί στην περίπτωση του ιδιότυπου Αργεντινού ηθοποιού σκηνοθέτη και συγγραφέα Ροντρίγκο Γκαρσία και του θεάτρου του “Carniceria” («Κρεοπωλείο»), που οι παραστάσεις του μοιάζει να αναστατώνουν περιοδικά ένα μέρος του ελληνικού κοινού. Αναφέρθηκα πρόσφατα στην πρώτη γνωριμία του με το ελληνικό κοινό, σε μία άκρως επεισοδιακή παράσταση, στους Δελφούς, πριν από είκοσι τόσα χρόνια, όταν επρόκειτο για μια άγνωστη, λατινοαμερικανική, νεανική πρωτοποριακή ομάδα, που την είχε φέρει στην Ευρώπη ο σπουδαίος Ισπανός άνθρωπος του θεάτρου Χοσέ Μονλεόν. Ήμουν από εκείνους που είχαν στηρίξει δημόσια την ομάδα στην επίθεση (και όχι μόνο λεκτική) που δέχθηκε (βλ. τα πρόσφατα σημειώματά μου της «Αυγής», από 26 Απριλίου και 3 Μαΐου 2015, όπου περιγράφω τα γεγονότα των Δελφών). Το έργο που είχε συγγράψει η ομάδα και έπαιζε αφορούσε ένα πρόβλημα της Αργεντινής και σήμερα πλέον παγκόσμιο: την ανεργία των νέων.
Το «Θέατρο - κρεοπωλείο» του Ροντρίγκο Γκαρσία προσπαθεί πάντα να παραμένει πιστό στους στόχους που δηλώνει ο τίτλος του: ένα «θέατρο ωμότητας», με σκληρές εικόνες, που συνδυάζει θέατρο, εικαστικά, χορό, βίντεο αρτ, αυτοσχεδιασμό, περφόρμανς, αιφνιδιάζοντας την όψη και τη διάνοια του, κατά τεκμήριο ανυποψίαστων για το τι πρόκειται να παρακολουθήσει, κοινού, προκειμένου να αποτινάξει τον φόβο που εμφυτεύει στις συνειδήσεις του ένα άλλο θέατρο, αφιερωμένο στην υπηρεσία του συστήματος. Να μπορέσει να αντέξει την εικόνα του μέσα στον παραμορφωτικό «καθρέφτη» που τοποθετεί μπροστά του. Μια παραμόρφωση του ειδώλου που πρέπει να γίνεται, κάθε φορά, με έναν «μαθηματικό κανόνα». Αυτή είναι μια τυπικά σπανιόλικη θεατρική «συνταγή» που διατρέχει όλο το «Πίκαρο» (σκωπτική, ανατρεπτική και καρναβαλική σύλληψη της ζωής, σαν ένα «μαγαζί» γωνία Θερβάντες και Αλμοδοβάρ): ο κόσμος ανάποδα. Έχω παρακολουθήσει, όσο μπορούσα, την πορεία της ομάδας, τόσο στο εξωτερικό, όσο και στην Ελλάδα, όπου φιλοξενήθηκε πάλι, πριν από τρία χρόνια, στο Φεστιβάλ Αθηνών. Δεν θα πω ότι «έβαλε νερό στο κρασί της», όπως συχνά συμβαίνει με τις πρωτοποριακές ομάδες που τις «ενσωματώνει» αργά ή γρήγορα το κατεστημένο. Δεν έχει λειάνει τις αιχμές της ούτε έχει χαμηλώσει τους τόνους ενάντια σε ένα σύστημα που συντρίβει τον άνθρωπο χάριν του κέρδους. Δεν έχει ξεθυμάνει η οργή της. Ωστόσο, πάνω στην ορμή, χάνει πολλές φορές τον στόχο, «καίγοντας τα χλωρά μαζί με τα ξερά». Η αισθητική του κόσμου μας όπως, με ποταμούς αιμάτων, καθιερώθηκε τους τρεις τελευταίους αιώνες μπορεί να αποτελεί αντικείμενο κριτικής, αλλά ουδέποτε κατεδάφισης (στον όρο αισθητική περιέχονται αναπόσπαστα Ηθική και Δίκαιο). Για να το πω αλλιώς, το θέατρο δεν μπορεί να ακυρώνει τις συνεκτικές δομές του.
Η συγκεκριμένη παράσταση («4») ξεκινά με «οδηγό» ένα ωραίο ποίημα, που παραπέμπει σε εναρκτήρια ψυχαναλυτική συνεδρία: μας καλεί να αμφισβητήσουμε τα πάντα μέσα μας, να αναποδογυρίσουμε το είναι μας, όπως αναποδογυρίζει κάποιος την τσέπη του για να την αδειάσει από δεκάδες άχρηστα πράγματα, και να φέρουμε τον εαυτό μας μέσα - έξω. Στο μέτρο που η παράσταση του Ροντρίγκο Γκαρσία και των συνεργατών του ακολουθεί τον αισθητικό «οδηγό» που έθεσε εξαρχής η ίδια, με τις μουσικές του Μπετόβεν, με τον εξαίρετο πίνακα του Κουρμπέ («Η πηγή της ζωής»), με τις ζωντανές «Μενίνιας» του Βελάσκεθ και άλλα δικαιωμένα από το χρόνο έργα του ανθρώπου, ο «κόσμος» μας προχωρεί. Όταν αρχίζει να τα «βομβαρδίζει» με δικά του, άχρηστα, οπτικά σχόλια επί σχολίων, ο κόσμος του -και μαζί ο δικός μας- «στομώνει» κι ο ίδιος από-στομώνεται. Μέσα στην πολυφωνία της ασημαντότητας που μας κατακλύζει, είναι σοβαρό πολιτικό λάθος να προτείνεται ως φάρμακο ομοιοπαθητικό «ένα κείμενο που παράγεται και καταναλώνεται υπό τη μορφή τετριμμένων συζητήσεων» και «με μονόλογους που ξερνούν ασήμαντα γεγονότα της καθημερινής ζωής». Εικαστικά ούτε τα έρμα παπουτσωμένα κοκόρια πρόσθεταν κάτι, ούτε το πελώριο σαπούνι Μασσαλίας - ερωτική κλίνη, ούτε τα άλλα τετριμμένα σύμβολα, ενός πάλαι ποτέ υπερρεαλισμού και μιας κουρασμένης ψυχανάλυσης, που εκπλήρωσαν πια τον προορισμό τους ανοίγοντας δρόμους τους οποίους καλούμαστε να επεκτείνουμε δημιουργικά, όχι να ακολουθούμε τυφλά και μηχανιστικά.