Live τώρα    
«Πλούτος» του Αριστοφάνη στην Επίδαυρο / Ο ποιητής και ο σκηνοθέτης
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

«Πλούτος» του Αριστοφάνη στην Επίδαυρο / Ο ποιητής και ο σκηνοθέτης

Η τελευταία σωζόμενη κωμωδία του Αριστοφάνη, ο «Πλούτος» (388 π.Χ.), εκτυλίσσεται σε μια Αθήνα ηττημένη, ταπεινωμένη, πειναλέα, κατεστραμμένη. Έχει χάσει τον πόλεμο με τη Σπάρτη, έχει βιώσει την τυραννία των Τριάκοντα, την έχει ανατρέψει με κόπο και τώρα προσπαθεί να μαζέψει τα κομμάτια της. Το πολίτευμα υποτίθεται ότι έχει αποκατασταθεί, αλλά πώς; Εξακολουθούν να βασιλεύουν η ρεμούλα, η διαφθορά, τα σκάνδαλα και η ευνοιοκρατία, όλα όσα οδήγησαν τη Δημοκρατία στην πτώση.

Ο Χρεμύλος, ένας «πτωχός, αλλά τίμιος» θεοσεβούμενος Αθηναίος, που υποφέρει από την ασθένεια των καιρών, τη φτώχεια, ψάχνει να βρει μια λύση στο πρόβλημά του. Προσφεύγει στο μαντείο και ο θεός του δίνει έναν παράξενο χρησμό: τον πρώτο άνθρωπο που θα απαντήσει μπροστά του να τον πάρει στο σπίτι του και εκείνος θα του δώσει τη λύση. Βγαίνοντας, συναντά έναν ρακένδυτο τυφλό ζητιάνο. Για να αποδειχθεί σε λίγο ότι πρόκειται για τον θεό Πλούτο, που ο Δίας τον στράβωσε όταν ακόμη ήταν νέος... για να μη βλέπει και να μην ευνοεί στη μοιρασιά των αγαθών τους φτωχούς και τίμιους, αλλά να κάνει, αντίθετα, πλουσιότερους τους πλούσιους..., ώστε να μπορούν να προσφέρουν ακόμη μεγαλύτερες θυσίες στους θεούς (έτσι ονόμαζαν, ως φαίνεται, τότε... την ανάπτυξη).

Μετά από συμβουλή του δούλου του Καρίωνα ο Χρεμύλος αποφασίζει να οδηγήσει τον Πλούτο στον θεό Ασκληπιό για να τον θεραπεύσει. Εμφανίζεται τότε προσωποποιημένη η Πενία, σαν άλλη Ερινύα, οργισμένη και απειλητική, επειδή της στέρησαν τα νόμιμα δικαιώματά της. Ακολουθεί ένας αγώνας ρητορικής ανάμεσα στην Πενία και στον Χρεμύλο, με την πρώτη να χρησιμοποιεί το επιχείρημα της ανάγκης για να καταδείξει ότι χωρίς αυτήν... η οικονομία της αγοράς θα καταρρεύσει. Η Πενία τελικά εκδιώκεται, δηλώνοντας ότι σύντομα θα είναι πάλι πίσω. Ο Πλούτος οδηγείται στον θεό Ασκληπιό και επιστρέφει θεραπευμένος. Αρχίζει το γλέντι του λαού... με την Πενία να παραμονεύει πίσω από τις πόρτες. «Κάθε θαύμα τριήμερο».

Για να καταλάβουμε το νόημα αυτής της κωμωδίας, πρέπει να προσέξουμε τα λόγια του Πλούτου όταν μπαίνει θριαμβευτικά στην Αθήνα. Θυμίζουν λόγια παλιού πολιτικού... που επανέρχεται από την εξορία. Δηλώνει μετανοημένος για τις «κακές παρέες» που έκανε μέχρι τότε. Διαβεβαιώνει ότι είναι «άλλος», ότι «έχει βάλει μυαλό» και ότι δεν θα κάνει τα ίδια. Ακολουθεί κεραυνοβόλα η επέμβαση του «θεσμικού» Δία - Σωτήρα... για να βάλει τα πράγματα στη θέση τους.

Η σκηνοθεσία - διασκευή του Γιώργου Κιμούλη στην Επίδαυρο, σε μετάφραση του Κ.Χ. Μύρη, τόνισε, σωστά, το ονειρικό και ουτοπιστικό στοιχείο. Μένω ωστόσο με την εντύπωση ότι ο σκηνοθέτης λανθασμένα εξέλαβε το τέλος του έργου ως συντηρητική αναδίπλωση του ποιητή, κάτι που δεν ισχύει, εν όψει ακριβώς της ονειρικής, ουτοπιστικής του φύσης. Θέλησε να το διορθώσει, αλλά δεν «βγήκε». Υπάρχουν και άλλα πράγματα στο φινάλε. «Πενία» δεν είναι μόνο η φτώχεια, υλική ή ηθική, σωστά; Είναι και η δύσμορφη, ασύμμετρη, επίκαιρη απειλή των νοσταλγών της μαύρης εκτροπής ότι θα επιστρέψουν εκδικητικοί, εκμεταλλευόμενοι την αποτυχία τής Μεταπολίτευσης να διατυπώσει έναν νέο, σαφή, κοινωνικό λόγο. Είναι ο τρόμος. Κι αυτό δεν θεραπεύεται με όμορφα λόγια. Καλά μας τα είπε στην «παράβασή» του ο σκηνοθέτης, αλλά έμειναν λόγια. Δεν είδαμε στη σκηνή μια κριτική των πεπραγμένων όλης της Μεταπολίτευσης.

Μέχρι την «παράβαση», το πράγμα κυλούσε σχετικά ομαλά, χωρίς μεγάλες ερμηνείες, αλλά με ρυθμό και μέτρο. Από εκεί και πέρα «ξεσάλωσε». Χάθηκε κάθε έλεγχος και το έργο μεταβλήθηκε σε φαρσοκωμωδία. Καθένας έκανε ό,τι ήθελε στη σκηνή. Δεν το έσωζαν ούτε οι έμπειροι, καλοί ηθοποιοί (Κιμούλης, Μπέζος, Φιλιππίδης, Γιαννόπουλος, Φάις), ούτε η δροσιά των νέων παιδιών του χορού με τα όργανα. Η ωραία σκηνή της «γραίας», στην οποία μάλλον αναφέρεται ο Πλάτωνας, γράφοντας ότι αρχικά γελάμε αλλά ύστερα θλιβόμαστε, διασύρθηκε με την γκροτέσκα υπερβολή. Η επόμενη σκηνή, με τον ιερέα, θέλησε, επίσης, να αποσπάσει επιθεωρησιακά το γέλιο. Καλό είναι οι ταυτοπροσωπίες να δίνονται υπαινικτικότερα. Το ίδιο «φασαριόζικη» ήταν η έξοδος, με τον τυποποιημένο, πλέον, Ερμή να κάνει τα γνωστά του νάζια.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0