Του Λέανδρου Πολενάκη
Ο «Δρόμος για τη Δαμασκό» σήμερα θεωρείται δικαίως ως το κορυφαίο δραματικό έργο του Στρίντμπεργκ και ένα από σπουδαιότερα πνευματικά επιτεύγματα της νεωτερικής μας εποχής. Πρόκειται για την τριλογία που ολοκληρώθηκε ανάμεσα στα έτη 1897 - 1904, μετά από μια μακροχρόνια πνευματική και υπαρξιακή κρίση που ταλάνισε τον συγγραφέα της φέρνοντάς τον στα όρια της παραφροσύνης, την οποία αφηγείται στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του «Inferno» (Κόλαση). Ο τίτλος της τριλογίας παραπέμπει στη γνωστή μεταστροφή του Απόστολου Παύλου, που από αμείλικτος διώκτης του Χριστιανισμού μεταβλήθηκε σε διαπρύσιο κήρυκά του μετά από το όραμα που είδε στον δρόμο για τη Δαμασκό.
Η κρίση του "Inferno" εν μέρει πήγαζε από την αντίθεση ανάμεσα στις επαγγελίες του νιτσεϊκού «Υπεράνθρωπου» που είχε συστηματικά μελετήσει και στην αθλιότητα της καθημερινής του ζωής. Πίστευε ότι ασκούσε έργο καλό, χτυπώντας τις πάσης φύσεως καταχρήσεις εξουσίας και αποκαλύπτοντας την κοινωνική υποκρισία. Αφιέρωσε όλες του τις δυνάμεις για να επιτεθεί εναντίον τους, εισπράττοντας μίσος, κοινωνική απομόνωση και στο τέλος αναγκαστική αυτοεξορία ως ανταμοιβή της ειλικρίνειάς του. Πήγαζε επίσης από την προσωπική εμπειρία των τριών άτυχων γάμων του. Πριν από την κρίση, ο Στρίντμπεργκ, με έργα όπως «Δεσποινίς Τζούλια», «Πατέρας», «Δανειστές», εκπροσωπούσε ό,τι καλύτερο μπορεί να δώσει η νατουραλιστική φόρμα. Με τον «Δρόμο για τη Δαμασκό» βλέπουμε να αλλάζει η εικόνα ριζικά, καθώς ο Στρίντμπεργκ προσχωρεί στον συμβολισμό. Όπως ο ίδιος αναφέρει σε μια επιστολή του, «πρόκειται για ένα έργο οργιαστικής φαντασίας μέσα σε ένα κλίμα ημιπραγματικό και τρομακτικό. Εκεί όπου έβλεπα άλλοτε αντικείμενα και γεγονότα, σήμερα δεν βλέπω παρά μόνο αφηρημένες ιδέες και σύμβολα. Πού πήγαν οι δύο αιώνιοι αντίπαλοι της πάλης των φύλων; Δεν υπάρχει παρά μόνο ένας ήρως, ο 'Άγνωστος', και το δράμα ολόκληρο παίζεται εντός του. Η δράση, από άκρο σε άκρο, συνίσταται στη μάχη του ήρωα με τις απόκρυφες δυνάμεις που γεννά η ταραγμένη του διάνοια... Η ακριβής και καθαρή αρχιτεκτονική των προηγούμενων έργων μου δεν αρκεί πια για να χωρέσει το ανανεωμένο εκ θεμελίων υλικό μου».
Αυτό που συμβαίνει πράγματι είναι ότι ο Στρίντμπεργκ θέτει με αυτό το έργο του σε αμφισβήτηση ολόκληρο το οικοδόμημα του δυτικού ορθολογισμού και θετικισμού, που θεωρεί ότι έχει φτάσει πια στα όριά του. «Φιλοσοφικά» το ζήτημα μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: μετά την έξωση των πρωτόπλαστων από τον Παράδεισο επειδή επιθύμησαν τον απαγορευμένο καρπό και την πτώση τους στον κόσμο της ανάγκης, χωρισμένης πια διά παντός από τον κόσμο της επιθυμίας, το κρίσιμο ερώτημα από το οποίο εξαρτάται η μοίρα του ανθρώπου είναι: ποιος προηγείται τίνος; Η ανάγκη γεννάει την επιθυμία ή το αντίθετο, η επιθυμία την ανάγκη; Αν δεχτούμε ότι η ανάγκη μόνη γεννάει την επιθυμία, τότε βρισκόμαστε εγκλωβισμένοι σε έναν κόσμο αδήριτης, εξουσιαστικής ανάγκης, χωρίς διέξοδο. Αν δεχτούμε ότι η επιθυμία γεννάει μόνη την ανάγκη, τότε κινδυνεύουμε να πέσουμε στην παγίδα μιας αέναης μιμητικής επιθυμίας, όπου επιθυμούμε κάθε φορά ζηλωτικά κάτι που ένας άλλος έχει επιθυμήσει πριν από εμάς... Βλέπουμε τότε τον απέναντί μας, σαν μέσα σε θολό καθρέφτη, «ως εν εσόπτρω» κατά τη ρήση του Αποστόλου Παύλου, «νήπιοι» ανίκανοι να κοιταχτούμε πρόσωπο με πρόσωπο...
Με τον «Δρόμο για τη Δαμασκό» μοιάζει ο Στρίντμπεργκ να διακρίνει, σαν άλλος Παύλος, μέσα σε ένα ξαφνικό φως, την οδό της λύτρωσης από την ιδιωτική κόλασή του. Ή σαν να έχει βρεί επιτέλους τη φιλοσοφική, «λυδία λίθο» του, την απάντηση στο εναγώνιο ερώτημά του: Η επιθυμία του ανθρώπου γεννάει πρωτογενώς την ανάγκη και η ανάγκη του παράγει δευτερογενώς την επιθυμία. Η ασίγαστη πάλη της (ερωτικής) επιθυμίας με την ανάγκη, έτσι, τελειώνει, λήγει ο «δαίμων» του θανάσιμου ανταγωνισμού - εναγκαλισμού των φύλων, κλείνει ο φαύλος κύκλος των παθών του ανθρώπου χωρίς να τον συνθλίβει. Θα χρειαστεί όμως ένα δεύτερο σημείωμα για να ολοκληρώσω τα πιο πάνω και για να μπω στα καθέκαστα της καλής, στοχαστικής παράστασης της Ρούλας Πατεράκη.