Η μουσική του μπαρόκ και η όπερα ήταν η αδυναμία του Λευτέρη Βογιατζή, που σχεδίαζε μάλιστα να σκηνοθετήσει το Έτσι κάνουν όλες του Μότσαρτ. Από τη Δευτέρα, το θέατρο που πλέον φέρει το όνομά του θα πλημμυρίσει από τη μουσική του Χαίντελ, καθώς η Ομάδα Λυρικού Θεάτρου Ραφή παρουσιάζει (6-7, 9, 11, 13, 15-16/6), για πρώτη φορά στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων, την Αλτσίνα, ένα από τα αριστουργήματα της εποχής του μπαρόκ.
Η τρίπρακτη όπερα του 1753 βασίζεται στον Μαινόμενο Ορλάνδο, του Αριόστο και "συσχετίζεται με τον μύθο της Κίρκης, με τη μεταμόρφωση των εραστών που επισκέπτονται το νησί", όπως μας λέει ο σκηνοθέτης της Θέμελης Γλυνάτσης. "Η υπόθεση έχει πολύ χιούμορ, αλλά και βαθύτατη θλίψη, που αποτυπώνεται στη μουσική, καθώς το αλέγκρο της πρώτης πράξης σιγά - σιγά ξεφτίζει".
Ο σκηνοθέτης χειρίστηκε την ιστορία των δύο γυναικών, της Μοργκάνα και της Αλτσίνα, που κάνουν ό,τι μπορούν για να μείνουν με κάποιον, όμως στο τέλος τις παρατάνε όλοι, ακόμη και το νησί τους που βουλιάζει, "έτσι ώστε να διατηρηθεί το χιούμορ και το μυθικό στοιχείο".
"Η σύνδεση κωμικού και τραγικού είναι πάρα πολύ συνηθισμένη στο μπαρόκ" τονίζει ο Θ. Γλυνάτσης. "Αποτελεί, πιστεύω, το πιο δύσκολο στοιχείο, γιατί δεν βρίσκονται σε αντίστιξη, όπως σε πιο σύγχρονα είδη, αλλά σχεδόν προκύπτει το ένα μέσα από το άλλο. Προκαλείται μια αμφιταλάντευση, όπου δεν μπορείς να αποφασίσεις αν αυτό που βλέπεις είναι κωμικό ή τραγικό".
Στην παράσταση της Ομάδας Ραφή συμμετέχουν επτά τραγουδιστές (Σωτηρία Γιαννούδη και Μιράντα Μακρυνιώτη, Αναστασία Κότσαλη, Λητώ Μεσσήνη και Μάιρα Μηλολιδάκη, Αθηνά Καστρινάκη και Χρυσάνθη Σπιτάδη, Μαριλένα Χρυσοχοΐδη, Γιάννης Φίλιας, Σωτήρης Τριάντης) και έξι ηθοποιοί (Δάφνη Σκρούμπελου, Γιώργος Καράσης, Αντώνης Γκρίτσης, Βασιλεία Κανάκη, Μαριλένα Γερμανού, Ερατώ Μπολιάρη, Γεωργία Μελίδου). Ο μαέστρος Μιχάλης Παπαπέτρου έχει μεταγράψει τη μουσική για τσέμπαλο και τέσσερα έγχορδα και οι εκτελεστές βρίσκονται επί σκηνής.
"Ο χώρος είναι μικρός και απαιτεί χωροταξία μοιρογνωμόνιου!" λέει ο σκηνοθέτης. "Η δράση τοποθετείται στο κέντρο και γύρω βρίσκονται οι ηθοποιοί. Είναι σαν να βλέπει ο θεατής τη δράση μέσα από τα σώματά τους, σαν να βλέπει μέσα από φυλλωσιές, κάτι που δημιουργεί πολύ ενδιαφέρουσες εντάσεις".
Όπως λέει, "απαιτείται εφευρετικότητα όπως στα παραμύθια, όπου με πολύ απλά μέσα πρέπει να δημιουργήσεις ένα έντονο συναίσθημα". Όμως πιστεύει ότι η εγγύτητα που δημιουργεί ο μικρός χώρος επιτρέπει στο κοινό να βρεθεί πιο κοντά στη μουσική, αλλά και στον σκηνοθέτη να διαπραγματευτεί με διαφορετικό τρόπο την ψευδαίσθηση, αφού "ο θεατής μπορεί να δει μπροστά του τα υλικά της μεταμόρφωσης".
Σπύρος Κακουριώτης