Του Λέανδρου Πολενάκη
Η Ελλάδα του 19ουαιώνα υποδέχτηκε τον Ίψεν πρώιμα, χωρίς ιδιαίτερες αναστολές και με εκπλήσσουσα διεισδυτικότητα. Χαρακτηριστική είναι η στάση απέναντι στον Ίψεν του δικού μας Βιζυηνού, με ιδαίτερη επιμονή στην επαναστατημένη Νόρα, όπως διατυπώνεται στη μελέτη του για τον Νορβηγό του 1892.
«Εν τω Οίκω της κούκλας», γράφει ο Βιζυηνός, «νεαρά μήτηρ, η Νώρα, εισέρχεται εις το δωμάτιον φορτωμένη με ψουνίδια αφού είναι παραμονή των Χριστουγέννων. Μετ' ολίγον την βλέπετε να παίζει με τα τέκνα της, να κρύπτεται υπό την τράπεζαν, να γελά, να τραγουδεί ως εάν ήτο αληθής μήτηρ, μόνη μετα των τέκνων της εντός του κλειστού οίκου, ουδόλως φροντίζουσα περί των εκατοντάδων θεατών οίτινες την βλέπουν. Και όμως η τόσον ανύποπτος και χαριεστάτη αύτη κορασίς μάλλον ή γυνή χωρεί προς τραγικότατον τέλος: εις τον σύζυγόν της επεδόθη επιστολή η οποία μέλλει να ανοιχθεί μετά τόσας ώρας, και της οποίας το αποτέλεσμα είναι αναποφεύκτως καταστρεπτικόν. Εκίνησε πάντα λίθον να το αποτρέψει, πλην εις μάτην. Και δεν της μένει πλέον ει μη να αποθάνει άμα τη παρελεύσει της προθεσμίας. «Να μη τον επανίδει πλέον, τον σύζυγον και τα παιδάκια της, ποτέ, ποτέ, ποτέ ! Και τα παιδάκια της να μην τα επανίδει ποτέ πλέον και αυτά, ποτέ!... Αλλ' οφείλει να υπάγει εις τον χορόν η Νώρα, να χορεύσει μιαν ταραντέλλαν. Και την χορεύει μεθ' οπόσης απελπιστικής ευθυμίας, ως άνθρωπος μέλλων οσονούπω να αποθάνει. Παρατηρεί το ωρολόγιόν της. Είναι πέντε μετά μεσημβρίαν. Μέχρι του μεσονυκτίου έχει επτά ώρες ακόμη... Ακριβώς την στιγμήν ταύτην την καλεί ο σύζυγός της όστις δεν πρέπει να υποπτευθεί τίποτε... Ούτω κλείουσιν αι σκηναί των δραμάτων του Ίβσεν: η φρικίασις, η αγωνία, η κατάπληξις εν μέσω κοινών πραγμάτων - ιδού κυρίως η εντύπωσις ήν παράγει το θέατρόν του. Και εν τούτω κείται η απαράμιλλος του Νορβηγού πρωτοτυπία".
Μια μικρή μερίδα της φωτισμένης και πρωτοπόρας τότε ελληνικής αστικής τάξης ήταν σε θέση να δει τον Ίψεν έτσι. Το σκάνδαλο «Νόρα» για τους Ευρωπαίους δεν ήταν ότι εγκαταλείπει τον άντρα της. Ούτε η πρώτη είναι στο θέατρο, ούτε η τελευταία. Και άλλες έχουν προηγηθεί χωρίς να δημιουργήσουν σκάνδαλο. Σκάνδαλο δεν είναι να εγκαταλείψει μια γυναίκα τον άντρα της για χάρη ενός άλλου άνδρα. Σκάνδαλο αποτελεί να επαναστατήσει μια γυναίκα, όχι για το χατίρι άλλου άνδρα, αλλά μόνο για τον εαυτό της. Κάτι παραπάνω, για την ακεραιότητα της ψυχής της! Αυτό κυρίως είναι που δεν γίνεται κατανοητό ούτε δεκτό, ακόμη και σήμερα.
Η σκηνοθεσία του Γιώργου Σκεύα στο «Θέατρο της οδού Κυκλάδων», σε καλή βατή μετάφραση του ίδιου, δεν αμφιταλαντεύεται σε διλήμματα όσον αφορά το χαρακτήρα και τα κίνητρα της Νόρας. Δεν περιορίζεται σε ένα ρηχό, φθαρμένο από τη χρήση φεμινιστικό κήρυγμα. Πίσω από το αστικό πολιτικό δράμα της Νόρας δεν βλέπει τον δραματικό διχασμό, αλλά περισσότερο την τραγωδία μιας ακέραιης, οριακής ψυχής, αναγκασμένης να επιλέξει ανάμεσα στις επιταγές της κοινωνίας ή της οικογένειας και στον έρωτα του απολύτου. Βλέπει στο έργο την τραγωδία μιας απαρηγόρητης, ακέραιης ερωτευμένης με το όλον ψυχής, που επιλέγει να συντριβεί αντί να υποχρεωθεί να επιλέξει το επιμέρους... Σε κατάλληλο ύφος ποιητικού ρεαλισμού, μακριά από το ρομαντισμό και τις παραφυάδες του, μακριά και από τον πιστό «καθρέφτη».
Η σκηνοθεσία βρήκε το ακριβές στίγμα του έργου. Με μια έξοχη Αμαλία Μουτούση που «κεντάει» τη Νόρα, πλέκοντας γαμήλιο και συνάμα πένθιμο στεφάνι, τις ατάκες. Και με έναν πολύ καλό Άρη Λεμπεσόπουλο - Τόρβαλντ να είναι πάντα «εκεί», όταν πρέπει, χωρίς να προηγείται ή να υστερεί. Με αποτελεσματική τη Μαρία Ζορμπά (Κριστίνα) με έναν αναγνωρίσιμο, δυνατό και σκοτεινό Κρόγκσταντ (Γιώργος Συμεωνίδης) και με έναν έλαφρώς καρατερίστικο Ράνκ (Νικόλας Παπαγιάννης). Σκηνικά της Εύας Μανιδάκη, κοστούμια του Άγγελου Μεντή, μουσική Σήμη Τσιλαλή, φωτισμοί της Κατερίνας Μαραγκουδάκη.