Live τώρα    
Ευρωπαϊκά Βραβεία στην Κραγιόβα της Ρουμανίας (2) / Το πολιτικό ζητούμενο του θεάτρου
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Ευρωπαϊκά Βραβεία στην Κραγιόβα της Ρουμανίας (2) / Το πολιτικό ζητούμενο του θεάτρου

Του Λέανδρου Πολενάκη

Το σημείωμα της προηγούμενης Κυριακής ήταν αφιερωμένο στον θεσμό των Ευρωπαϊκών Θεατρικών Βραβείων, αυτή τη χρονιά στην όμορφη Κραγιόβα της Ρουμανίας. Πριν συνεχίσω, θεωρώ απαραίτητο να μεταφέρω από τον πλούσιο τόμο που συνοδεύει τις εκδηλώσεις κάποια αποσπάσματα του μαχητικού σκεπτικού:

«Η Ευρώπη ποτέ δεν είχε περάσει τέτοια κρίση. Βρισκόμαστε στο επίκεντρο μιας από τις δραματικότερες περιόδους της σύγχρονης ιστορίας μας. Πώς να αντιμετωπίσουμε λοιπόν την κρίση που ξεκίνησε ως οικονομική για να εξελιχθεί σε κρίση των βασικών αξιών με τις οποίες οι πατέρες μας έχτισαν την Ευρώπη, με όλες τις δυσκολίες αλλά με την ελπίδα, επάνω στα ερείπια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου; Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, ο πολιτισμός είναι μια θεμελιακή προστιθέμενη αξία, επειδή η ειρήνη χτίζεται επάνω στη γνώση... Στον καιρό της κρίσης το θέατρο παραμένει όρθιο ως απολύτως απαραίτητος θεσμός, με το κοινό να μετέχει ενεργά γεννώντας ιδέες ενότητας και ελπίδας... Όταν όλα μοιάζουν χαμένα, το θέατρο δίνει στους θεατές τη δύναμη να αντισταθούν... Από τα πανάρχαια χρόνια το θέατρο ήταν πάντα ο μπροστάρης όλων των κοινωνικών αγώνων της Ευρώπης».

Σωστά. Τέτοια η κορυφαία παράσταση των εκδηλώσεων, όπως έγραψα ήδη, του Ρόμεο Καστελούτσι, εκτός συναγωνισμού, βραβευμένη πέρυσι, σε επανάληψη («Σπαράγματα από τον Ιούλιο Καίσαρα»), που χειρίζεται αριστουργηματικά την έμψυχη ύλη και το άψυχο υλικό του, για να μας χαρίσει εικόνες μιας σπάνιας αισθητικής πληρότητας και ομορφιάς, αναπόσπαστης από το ήθος της αληθινής τέχνης που είναι το πολιτικό ζητούμενο του θεάτρου, και αποτελεί την ουσία του! Αυτή και μόνο η θεατρική δουλειά του Καστελούτσι, μαζί με τις ανεξάρτητες, έξοχες χορογραφίες του Σουηδού Ματς Έκ που δικαίως απέσπασαν το φετεινό μεγάλο βραβείο, αρκούν για να δικαιώσουν το θεσμό και τη «φιλοσοφία» του. Μακάρι να μπορούσα να πω το ίδιο για όλες τις υπόλοιπες παραστάσεις. Η φορά των διεθνών καλλιτεχνικών ανέμων είναι ως φαίνεται, για την ώρα, τέτοια, που μας φέρνει ανάμικτα, ετερογενή υλικά μιας «πρωτοπορίας» που μόνο τέτοια δεν είναι.

Διατύπωσα στο προηγούμενο σημείωμα τις ενστάσεις μου, μαζί με επαίνους, για τον «τευτονικό» και αναπαλαιωμένα εξπρεσιονιστικό Ριχάρδο τον Γ' του Οστερμάγιερ. Θα περάσω στο έργο «Ρέικγιαβικ», του γνωστού στην Ελλάδα κοσμοπολίτη Ισπανού ηθοποιού και συγγραφέα Χουάν Μαγιόργκα, σκηνοθετημένο από τον ίδιο. Μια παράσταση που, μαζί με τις επόμενες δύο, απέσπασε από κοινού το «Βραβείο Θεατρικής Πραγμάτωσης». Είναι, όπως σημειώνεται στο πρόγραμμα, «ένα έργο που μας μιλάει για τον Ψυχρό Πόλεμο, για τον καπιταλισμό, για τον κομμουνισμό, για το σκάκι, για το παίγνιον του θεάτρου, για τις 'Ζωές των άλλων'. Όλα σε ένα! Σύμφωνοι. Μόνο που, για να παρακολουθήσει κάποιος το έργο αυτό, που αναπτύσσεται χωρίς κεντρικό άξονα δραματουργικό παράλληλα και αναπόσπαστα με μια παρτίδα σκακιού μεταξύ δυο γκραν μετρ, πρέπει να κατέχει άριστα τη θεωρία και πράξη του παιγνίου. Και πώς, σε ένα τόσο εγκεφαλικό έργο, «να μετέχει το κοινό ενεργά γεννώντας ιδέες ενότητας και ελπίδας»; Οι όσες καλές προσπάθειες των ηθοποιών δεν το σώζουν.

Το «Τελευταίο όνειρο επάνω στη Γη», μια παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου της Σκωτίας σε σκηνοθεσία του Γερμανού Κάι Φίσερ, με μαύρους μουσικούς και ζωντανή τζαζ, είναι μια σύνθετη αλληγορία στην οποία εκτυλίσσονται παράλληλα και παραβάλλονται η «Οδύσσεια του διαστήματος» του Κιούμπρικ, με ήρωες αυθεντικούς ή πλασματικούς Αμερικανορώσους αστροναύτες χαμένους στο διάστημα, και η περιπέτεια μιας οικογένειας ανωνύμων Αφρικανών μεταναστών που παλεύουν με τα κύματα. Πού κολλάνε αυτά; Μια άνιση μείξη ασαφών προθέσεων, αδρανής δραματικά και ισχνότατη ερμηνευτικά.

Θα κλείσω με το κλασικό έργο του Λέσσινγκ «Νάθαν ο σοφός», ένα από τα κορυφαία κείμενα του γερμανικού Ρομαντισμού, που μας μιλάει για την πανανθρώπινη αγάπη. Ένα έργο άκρας ευαισθησίας, που η σκηνοθεσία του Αντρέας Κρίγκενμπουργκ, σε ύφος «μεταμοντέρνου», εξελιγμένου, μεταλλαγμένου γενετικά εξπρεσιονισμού, το πατάει κυριολεκτικά στον λαιμό, το μετατρέπει σε μια παρέλαση τεράτων, «ζόμπι», απαγορεύοντας «διά ροπάλου» στους ηθοποιούς να δείξουν οποιοδήποτε συναίσθημα. Άραγε ήρθε η ώρα να εφαρμοστεί και στο θέατρο το δόγμα «σοκ και δέος»;

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0