Του Λέανδρου Πολενάκη
Στο «Στούντιο της οδού Μαυρομιχάλη» δίνεται ο μονόλογος του Δημήτρη Μανιάτη «Ο ληστής»: ένα έργο για τους «Ληστές των ορέων» που ενέπνευσαν κάποτε τους Έλληνες, και όχι μόνο, ρομαντικούς ποιητές. Το θέμα της ληστείας, ωστόσο, μόνο επιφανειακά μπορεί να χαρακτηριστεί ως ρομαντικό, πράγμα που επισημαίνει στο σημείωμα του προγράμματος ο ίδιος ο συγγραφέας: «το κείμενό μου μοιάζει με παρτιτούρα ιστοριών, με λιμπρέτο ηρωικό και πένθιμο για έναν κόσμο που κινήθηκε στην πιο γκρίζα ζώνη της Ιστορίας, τα έβαλε με την εξουσία, συνθηκολόγησε, έκανε εγκλήματα και άγιες πράξεις, αποτύπωσε την ταραγμένη και στρεβλή οδό της αστικής μας συγκρότησης».
Και της πολιτικής, θα πρόσθετα. Όσο κράτησε το φαινόμενο της ληστείας, οι ληστές ανεβοκατέβαζαν κυβερνήσεις. Κάτι ακόμη: μετά την ανακήρυξη του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους η ληστεία ήταν ο μοναδικός τρόπος επιβίωσης ενός μεγάλου μέρους του ένοπλου λαού, που ξεκίνησε, κράτησε και τελείωσε την επανάσταση, για να βρεθεί στο τέλος της χωρίς κανέναν πόρο ζωής, στο περιθώριο της κοινωνίας. Είναι συγκλονιστική η κραυγή ενός ληστή, πρώην οπλαρχηγού του 1821, καθώς τον οδηγούσαν στη λαιμητόμο: «Σκοτώνετε την τέχνη που σας λευτέρωσε!».
Το έργο εμπνέεται από τις λαϊκές φυλλάδες που ιστορούν το βίο των ληστών, από λόγια κείμενα ή επιστημονικές πραγματείες, από ποιήματα και τραγούδια για τα κατορθώματά τους, έντεχνα ή δημοτικά. Πυρήνας της παράστασης είναι ένα απόσπασμα του ποιητή Δημητρίου Παπαρρηγόπουλου, μελοποιημένο από τον Σταμάτη Κραουνάκη, που έχει επίσης την ευθύνη της σκηνοθεσίας. (Κοστούμια οργανικά δεμένα - προβολές του Βασίλη Παπατσαρούχα, φωτισμοί Νίκος Συρίγος).
Ο σκηνοθέτης αξιοποιεί τα διδάγματα και την τεχνική του «θεάτρου Σκιών» για να οδηγήσει τον ήρωά του, σαν άλλο Κατσαντώνη (ίσως και παραπλανημένο τραγικό πρωταγωνιστή), στην τελική αποθέωση. Ο Πασχάλης Τσαρούχας δίνει σοβαρά και ηρωικά, σαν μια δυνατή «αφήγηση μέσα σε αφήγηση», σαν εξομολόγηση «εις εαυτόν», τον πένθιμο ίσκιο του ήρωα που αναθεωρεί μια ζωή «πικρής ανθοφορίας».
*
Το έργο του Αμερικανού Τζων Πιελμέγιερ «Η Αγνή του Θεού» δίνεται στον κομψό χώρο του θεάτρου «Διέλευση» στην Κυψέλη. Συνδυάζει την πλοκή ενός θρίλερ με πορίσματα της ψυχανάλυσης και μεταφυσικό προβληματισμο. Πώς έμεινε έγκυος η νεαρή παρθένα μοναχή Αγνή; Γίνονται θαύματα; Είναι άραγε αληθινή η ιστορία που διηγείται, για την επίσκεψη ενός «αγγέλου» που έσμιξε ερωτικά μαζί της; (Περιέχει μια από τις ποιητικότερες περιγραφές που γνωρίζω του γυναικείου οργασμού). Είναι, τέλος, ένοχη για τη δολοφονία του βρέφους της;
Πρόκειται στην ουσία για ένα θεατρικό σχόλιο επάνω στη χωριστική, κατά δυάδες, σύλληψη του ανθρωπίνου πλασματος (άντρας / γυναίκα, ψυχή / σώμα, ύλη / πνεύμα), παράλληλα με μια σύγκρουση ανάμεσα στον θετικισμό της επιστήμης (ψυχίατρος), και στον αποφατισμό της θρησκείας (ηγουμένη)... Η τελική κρίση αποφαίνεται υπέρ της «θεουργού ενότητας», το σώμα της γυναίκας εξαγιάζεται, παύει να είναι πηγή αμαρτίας και η σύγκρουση αίρεται.
Όπως σημειώνει στο πρόγραμμα η σκηνοθέτιδα Χρυσάνθη Κορνηλίου: «Οι μητέρες της ψυχιάτρου, της ηγουμένης, της Αγνής και η ίδια η μητέρα Εκκλησία ως εξουσιαστικός θεσμός είναι τα σύμβολα της διανοητικής απολυτότητας. Ωστόσο μόνο η Αγνή έχει ξεχάσει, έχει διαφύγει στο τραγούδι, στο όραμα, στην αγάπη, έχει διασώσει την αθωότητα των παιδιών. Και μοιραία έχει επιλεγεί ως καταλύτης (αμνός θυσίας) για τη μεταστροφή των δύο άλλων γυναικών που συμβολίζουν τους άξονες μιας δυϊστικής σύλληψης του κόσμου...».
Η σκηνοθεσία της Χρυσάνθης Κορνηλίου (άρτια μετάφραση του Χρήστου Καρχαδάκη, λιτή σκηνογραφία του Άγγελου Δελή, υποβλητικοί φωτισμοί - ήχοι του Βασίλη Τσιβιλέκα, μουσική επιμέλεια του Σωτήρη Οικονόμου), συλλαμβάνει το έργο στην πραγματική του φύση, ως μια παραλλαγμένη μορφή θρησκευτικού δράματος, και το δίνει ανάλογα τονίζοντας την αλληγορική του διάσταση. Σε τόνους χαμηλούς και σε ύφος ενορατικής, ενδοστρεφούς έκστασης.
Η έμπειρη Μαρία Δούση συμπυκνώνει σε αδρές, δωρικές γραμμές, το πληγωμένο πρόσωπο της ηγουμένης. Η Μαρία Βασιλέλη δίνει δυνατά το προφίλ της διχασμένης ψυχιάτρου. Η νεαρή Αναστασία Παπασπύρου δίνεται ολόψυχα στον ρόλο της Αγνής, με στιγμές που συναρπάζουν. Ένα ανεπιφύλακτο εύγε και στις τρεις.