Live τώρα    
«Τρεις αδελφές» στο θέατρο Πορεία / Καθείς και τα όπλα του
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

«Τρεις αδελφές» στο θέατρο Πορεία / Καθείς και τα όπλα του

Του Λέανδρου Πολενάκη

Σε ποιο βαθμό είναι επηρεασμένη η ρωσική σκέψη από την ελληνική και αντίστροφα; Πόσο μας ενώνει ή μας χωρίζει το «ομόδοξον»; Πόσο κοντά και πόσο μακριά έφεραν τους λαούς μας τα αλλεπάλληλα «φάλτσα» της Ιστορίας;

Από εκείνη τη σημαδιακή στιγμή συνάντησης του Τσιμισκή με το Σβιατοσλάβο στις όχθες του ΄Ιστρου, που ο Παπαρρηγόπουλος ιστορεί με τον τρόπο ενός Πούσκιν, ώς το φως του Αιγαίου που αντίκρισε ο Τσέχωφ και το δεξιώνεται «παπαδιαμαντικά», κύλησαν χίλια χρόνια. Το φυσικό και το ψυχικό τοπίο ίσως να έχουν αλλάξει, αλλά η ποίηση μένει και σώζει την αυθεντική ψυχή τους. Στη μεγάλη ποίηση πρέπει, πριν από οτιδήποτε άλλο, να στηρίζονται οι σχέσεις των λαών. Μόνο η ποίηση τους ενώνει. Η αληθινή ποίηση έχει ιθαγένεια, είναι, άρα, οικουμενική. Δεν βλέπω τον λόγο να τη «μεταφυτεύσουμε» στα δικά μας χώματα για να την κάνουμε να ανθίσει. Κάτι που επιχείρησε ο Δημήτρης Τάρλοου στο «Θέατρο Πορεία» με τις «Τρεις αδελφές», μεταφέροντας, με δραματουργική συνέργια της ΄Ερης Κύργια, τη δράση στη Λάρισα του μεσοπολέμου. Οι ήρωες του Τσέχωφ, νεόκοποι μέσα στον αιώνα του ρομαντισμού, ως εκ τούτου ανίκανοι να διαχειριστούν το χρήμα και το συναίσθημα, δεν εγκλιματίζονται εύκολα στη (σημερινή κυρίως) ελληνική πραγματικότητα...

Το έργο δεν είναι ούτε καθαρή κωμωδία ούτε δράμα. Το χωρίζει από τα δύο μια λεπτή διαχωριστική γραμμή. Ο διαφωτισμένος Τσέχωφ μοιάζει σαν να θέλει να περάσει ένα μήνυμα στους ζωντανούς ήρωές του: να πάρουν τη ζωή στα χέρια τους και να μην αφήνονται στην τυφλή μοίρα. Δεν τους κατακρίνει για την αδράνεια και την αβουλία τους, τους κατανοεί, τους συμπονεί. Αλλά δεν τους εξυψώνει σε ήρωες θετικούς. Αυτό το λάθος, πολύ συνηθισμένο σε ελληνικές παραστάσεις, το αποφεύγει η σκηνοθεσία του Δημήτρη Τάρλοου. Κρατάει τους τόνους χαμηλούς και ελέγχει το συναίσθημα. Δεν κατορθώνει όμως να εξασφαλίσει αυτό που μένει στο τέλος: την αποσταγμένη ποίηση. Επειδή οι ήρωες κατά τη μεταφύτευση έχασαν τις ρίζες και στερήθηκαν τους χυμούς τους. Ούτε τα ελληνοποιημένα ονόματα τους σώζουν ούτε τα ελληνικά σουξέ εποχής που τραγουδούν. Δεν πείθουν, ούτε ως Ρώσοι ούτε ως Έλληνες ούτε ως κάτι ενδιάμεσο. Χωρίς ιδιάζον ύφος. Να προσθέσω ακόμη ότι στην τσαρική Ρωσία το σώμα των αξιωματικών του στρατού προερχόταν από την αριστοκρατία - εξαίρεση στο έργο ο αγροίκος συμπλεγματικός Σολιόνι, που το όνομά του στα ρώσικα δηλώνει ό,τι είναι: «παστωμένος». Εξ ου και η γοητεία που ασκούσαν οι αριστοκράτες αργόσχολοι αξιωματικοί στις νεαρές και πλήττουσες καλλιεργημένες επαρχιώτισσες. Σε εμάς οι μόνιμοι αξιωματικοί του στρατού είχαν ως επί το πλείστον λαϊκή καταγωγή. Άλλος ένας λόγος που η τολμηρή εξίσωση του Δημήτρη Τάρλοου δεν «βγαίνει».

Την παράσταση, με σκηνικά - κοστούμια υβριδικά της Ελένης Μανωλοπούλου, χαρακτηρίζει μια επίσης υβριδική υφολογική προσέγγιση. Καθείς και τα όπλα του. Η Λένα Παπαληγούρα (Ιρίνα) φτιάχνει μια νευρική μπεμπέκα α λα - βωντβίλ. Ο Γιάννης Νταλιάνης (Βερσίνιν) παίζει με περισσή σοβαροφάνεια, καταπιέζοντας τη «γελοιογραφία Δον Ζουάν» που είναι στη βάση ο ρόλος του. Ο Λαέρτης Μαλκότσης (Αντρέι) δραματοποιεί μονομερώς την «κωμωδία του παντρεμένου», που είναι ο δικός του ρόλος. Η Ιωάννα Παππά (Μάσα) δίνει μια οργισμένη επιθετική Μποβαρύ. Ο Κώστας Κορωναίος (Κουλίγκιν) ανοίγει με επιτυχία το «φύλλο» του σύνθετου ρόλου, φτάνοντας ώς τις παρυφές του τραγικού. Η Μαριάννα Δημητρίου (Νατάσα) είναι κουραστικά περιγραφική και μονότονη. Ο Παντελής Δεντάκης (Τούζενμπαχ) γίνεται άχρωμος για να αποφύγει το μελό. Η Αλεξάνδρα Αιδίνη (Όλγα) είναι αυθεντική. Προικίζει την ηρωίδα με εσωτερική φωνή πνιγμένου πάθους, ανεξαρτήτως φυλής ή γλώσσας. Ο «Σολιόνι» του Δημήτρη Μπίτου προέρχεται μάλλον από όπερα, κάτι όχι αναγκαία αρνητικό. Ο Γιώργος Μπινιάρης (Τσεμπουτίκιν) δίνει ένα γνήσιο, αμφίθυμο τσεχωφικό «γιατρό». Η καλή Μαριέττα Σγουρδαίου (Ανφίσα) δίνει μια κλασική και αναγνωρίσιμη ρώσικη «μπάμπουσκα» -στοιχειό του σπιτιού- παρά τη βλάχικη προφορά που της επέβαλε η σκηνοθεσία. Με ουσιαστική σκηνική παρουσία, οι Πάρις Θωμόπουλος, Βασίλης Παναγιωτόπουλος, εκτελούν επί σκηνής την ωραία νοσταλγική μουσική του Άγγελου Τριανταφύλλου. Ο Χάρης Τσιτσάκης (Φεραπόντ) γραφικός.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0