του Κυριάκου Π. Λουκάκου
Σε μιαν ιστορική και ιδιαιτέρως μακράς διαρκείας συναυλία, την «Ακαδημία» της 22ας Δεκεμβρίου του 1808 στο νεόδμητο (1801) και ιδιωτικό τότε Theater an der Wien, ανέτρεξε πρόσφατο εγχείρημα της «Καμεράτα - Ορχήστρας των Φίλων της Μουσικής» υπό τον καλλιτεχνικό διευθυντή της Γιώργο Πέτρου το κυριακάτικο απόγευμα και εσπέρας της 6ης Μαρτίου 2016. Στην έκπαλαι φημισμένη αίθουσα της Βιέννης το πρόγραμμα απάρτιζαν αποκλειστικά συνθέσεις του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν σε μιαν αλληλουχία πολύωρης ροής, που περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, και την πρώτη παγκόσμια εκτέλεση μερικών από τα πλέον δημοφιλή αριστουργήματά του, όπως των 5ης και 6ης συμφωνιών, του 4ου από τα κοντσέρτα του για το πιάνο και ορχήστρα, που είχε ήδη παρουσιασθεί, τον Μάρτιο του 1807, ιδιωτικά στο ανάκτορο του πρίγκιπα Λόμπκοβιτς, καθώς και της λεγόμενης χορωδιακής του φαντασίας, που επίσης επιστρατεύει απαιτητικά τον πιανίστα. Με μια μόνη εξαίρεση, εκείνην της 7ης συμφωνίας, η οποία αντικατέστησε στον πρόσφατο «Μαραθώνιο» την 5η της συναυλίας του 1808, η αναπαράσταση υπήρξε πιστή στο ιστορικό αρχέτυπο, προσφέροντας επιπλέον, όπως και προ 198 περίπου ετών, μέρη από τη λιγότερο γνωστή Λειτουργία σε ντο μείζονα (1812, έργ. 86), καθώς και τη δραματική scena «Ah! perfido» (1796, έργ. 65), εν μέρει επί κειμένου από τον «Αχιλλέα στη Σκύρο» του Πιέτρο Μεταστάζιο, έργο που, παρεμπιπτόντως, είχε μελοποιηθεί, μεταξύ άλλων, και από τον Ντομένικο Σκαρλάττι.. Παρά την εξαίρετη ακουστική όμως, η συναυλία του 1808 αποτέλεσε δοκιμασία για τους θεατές της, αφού η αίθουσα δεν θερμαινόταν μέσα στο καταχείμωνο, ενώ και ο βαθμός της μουσικής προετοιμασίας φαίνεται ότι άφηνε πολλές ανεκπλήρωτες επιθυμίες Όχι στη δική μας περίπτωση, ωστόσο, όπου, παρά τις επί μέρους αδυναμίες, το συνολικό επίπεδο παρέμεινε αξιοπρεπές, σε ορισμένα έργα δε αναδείχθηκε σε εμπνευσμένο.
Η ίδια η εκδήλωση, μετερχόμενη αυθεντικών οργάνων ή πιστών κατά τεκμήριον απομιμήσεών τους, έλαβε χώραν υπό την σκιά της προ ολίγων μόλις ωρών είδησης για την απώλεια του τσελίστα και μαέστρου Νικολάους Αρνονκούρ, ενός αδιαμφισβήτητου πρωτοπόρου της αναβίωσης του σχετικού μουσικολογικού ρεύματος και ενός μέχρι του τέλους ασίγαστα και ασυμβίβαστα ανήσυχου πνεύματος, που συνδύαζε την επιστημονική λεπτολογία της έρευνας με τη μεταφυσική βίωση της μουσικής ως διηνεκούς θαύματος, αποκαλυπτικού της Θείας ύπαρξης, ιδίως στις περιπτώσεις ενός Μπαχ και ενός Μότσαρτ. Ο ίδιος ο Πέτρου ανήγγειλε τη βαρύνουσα αυτή εκδημία, προτού σηκώσει την μπαγκέτα για την εναρκτήρια «Ποιμενική» συμφωνία, τη σύνθεση που πρόσφερε, κατά τη γνώμη μας, τη σημαντικότερη ερμηνεία της δίπτυχης βραδιάς.
Αυτό που εξ αρχής μάς εντυπωσίασε ήταν ο ήχος της ενισχυμένης αριθμητικά «Καμεράτα», ήχος διαυγής αλλά και ηδύς, με ηχοχρώματα βελούδινα σε ευτυχή σύνθεση οργανικών ομάδων και με εμφανώς κατασταλαγμένη τη μουσική διδασκαλία εκ μέρους του αρχιμουσικού. Χωρίς την περαιτέρω κόπωση των προβλεπόμενων επαναλήψεων, ο Πέτρου και η ορχήστρα του διακρίθηκαν για την ευαίσθητη εξάντληση της δυναμικής, τον άνετο βηματισμό του ρυθμού κι ένα ευήκοον ους για τις ομορφιές της βουκολικής περιήγησης του Μπετόβεν, μουσουργού που επιτυγχάνει αδιάπτωτη πληρότητα θέσεων ακόμη και σε αίθουσα όπως η «Χρήστος Δ. Λαμπράκης (Φίλων της Μουσικής)» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών. Οι ανταποδόσεις αυτής της πιο λιπόσαρκης αυθεντικιστικής θεώρησης, ελεύθερες από ακραία λειψανδρία άλλων περιστάσεων και από εμμονή σε αφύσικο λεγκάτο εις βάρος της αναπνοής της μουσικής, μεγιστοποιήθηκαν μέσα από την ευκρίνεια των ψιθυρισμών της φύσης «κοντά στο ρυάκι» αγγίζοντας ιδεώδη εκλέπτυνση και δροσιά, χωρίς δε εκπτώσεις «χαρακτήρα». Μετά από μια «καταιγίδα» γεμάτη από συμφωνικό σασπένς και ιδιωματικές παρεμβάσεις ξύλινων και χάλκινων, η συμφωνία κορυφώθηκε σε λυτρωτική δοξολογία της φύσης, ένα πραγματικό αγροτικό πανηγύρι ευγνωμοσύνης στη ζωοδόχο θαλπωρή ενός διττού ήλιου, φυσικού όσο και συμβολικού.
Η ερμηνεία του -αφιερωμένου από τον Μπετόβεν στον Αρχιδούκα Ροδόλφο- 4ου κοντσέρτου, που ακολούθησε, μάς άφησε αμήχανους, παρά την παρουσία ως σολίστ μιας ισχυρής προσωπικότητας, όπως η Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου, που άργησε όμως να προσαρμοσθεί σε πληκτροφόρο φτωχότερης ηχητικής των επιγόνων του και, εν πάση περιπτώσει, προορισμένο για ακροάσεις οικιακής τάξης μεγέθους. Μολαταύτα και επέκεινα ενός ήχου υποσιτισμένου και συγκεχυμένου, η καλλιτέχνις συγκέντρωσε την απαιτούμενη σφοδρότητα για το βραχύ αντάντε κον μότο, έστω και αν, σε πείσμα του ζωηρού περιγράμματος της ορχηστρικής πλαισίωσης, απέτυχε εν τέλει να φωτοσκιάσει επαρκώς τον δακτυλισμό της για το τελικό ρόντο...