Του Λέανδρου Πολενάκη
Με αφορμή την παράσταση της «Ασκητικής» του Νίκου Καζαντζάκη στο θέατρο «Τζένη Καρέζη», αποπειράθηκα την προηγούμενη Κυριακή να προλογίσω το κορυφαίο έργο του σπουδαίου μας συγγραφέα. Έγραφα ότι ο Καζαντζάκης σε όλη του τη ζωή πάσχιζε να βρει το χαμένο μονοπάτι που ενώνει το Εν με το Παν, την Ελευθερία με την Ανάγκη, τον Μύθο με τον Λόγο, την Ανατολή με τη Δύση. Στο προκείμενο έργο του κονταροχτυπιέται με το θείον, πάσχοντας όχι να ανυψώσει νιτσεϊκά τον άνθρωπο στον θεό, αλλά, αντίθετα, να κατεβάσει τον θεό μέσα στην καρδιά του ανθρώπου δίχως να τον ταπεινώνει. Πρότυπα του Καζαντζάκη σε αυτόν τον πνευματικό δρόμο, όπως ο ίδιος δηλώνει, υπήρξαν ο Βούδας, ο Άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης, ο Δον Κιχώτης και ο αιώνιος ταξιδευτής Οδυσσέας... Επιχείρησα να δείξω το υπόγειο νήμα που συνδέει τα πιο πάνω πρόσωπα της καζαντζακικής αγιολογίας. Θα μιλήσω σήμερα για τις δυο παραδοσιακές μορφές του Βούδα, την ασκητική και τη γήινη. Στην πρώτη έξοδό του ο Βούδας ασπάζεται το ασκητικό ιδεώδες και φέρει μορφή «νηστεύοντος», «ασωμάτου» άγιου, που θυμίζει εντόνως τον Δον Κιχώτη. Στη δεύτερη έξοδό του ο Βούδας, έχοντας γνωρίσει την ανθρώπινη στέρηση και τον πόνο, αρνείται το ιδεώδες του ασκητισμού, για να ενδυθεί τη γνωστότερη σήμερα μορφή του, Σάντσο Πάντσα. Ο Κιχώτης και ο Σάντσο γίνονται έτσι δύο όψεις ενός νομίσματος, αντανάκλαση ο ένας του άλλου μέσα σε καθρέφτη, και η τελική ήττα του αμετανόητα ονειροπόλου Δον Κιχώτη συνοδεύεται απαραιτήτως από την αφύπνιση του, θρεμμένου με τα όνειρα του κυρίου του, αλλά πάντα ρεαλιστή Σάντσο Πάντσα.
Γιατί ενδιαφέρουν σήμερα εμάς, ειδικά τους Έλληνες, όλα αυτά; Τα βήματα του δίδυμου πλάσματος Δον Κιχώτη - Σάντσο, συναντούν τη δική μας πρώτη, ελληνική Αναγέννηση του 14ου αιώνα, όταν η αποφατική θεολογική σκέψη του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά κάνει ένα άνοιγμα στην Ιστορία, επανεισάγοντας με νέους όρους την αρχαία δοξασία ότι όχι μόνο η ψυχή αλλά και το σώμα του ανθρώπου μετέχουν ισοδύναμα στην «κατ' εικόνα» θεϊκή δημιουργία του: «Μη αν ψυχήν μόνην μήτε σώμα λέγεσθαι άνθρωπον, αλλά το συναμφότερον ον δη κατ' εικόνα πεποιηκέναι Θεός λέγεται...». Απορρίπτοντας έτσι το άσαρκο ιδεώδες του ασκητισμού, που ήθελε να επανεπιβάλει ο δυτικόφρων μοναχός από την Καλαβρία Βαρλαάμ. Αλλά η κοινωνία στο σύνολό της, δυστυχώς, δεν ακολούθησε. Η νίκη των παλαμικών ιδεών ήταν πρόσκαιρη. Το ανθρώπινο σώμα συνέχισε να αποτελεί αντικείμενο καταφρόνιας για τους πολλούς. Μια ήττα του πρώιμου εκείνου και προδρομικού ελληνικού διαφωτιστικού κινήματος, τις απώτερες συνέπειες της οποίας πληρώνουμε, ίσως, μέχρι σήμερα. Κλείνω με λόγια του ίδιου του Καζαντζάκη («Ταξιδεύοντας, Ισπανία»): «Ήρθε τέλος ο μυστικός καρπός, η βαθιά σύνθεση, ο ήρωας όλης τούτης της γης, που έσμιξε όλα τα παράταιρα εφήμερα πρόσωπα σ' ένα πρόσωπο αιώνιο: ο άγιος μεγαλομάρτυρας Δον Κιχώτης».
Δονκιχωτική είναι στη βαθύτερη αλήθεια της η οδυσσεϊκή περιπλάνηση στις φιλοσοφικές έννοιες και στα κείμενα του αόρατου «αφηγητή» της «Ασκητικής» και alter ego του Καζαντζάκη. Η δραματουργική επεξεργασία του Πάνου Αγγελόπουλου και η σκηνοθεσία του αποτελούν, με αυτή την έννοια, ένα στοιχειωμένο «δονκιχωτικό» δίδυμο πλάσμα. Ο σκηνοθέτης έχει κατανοήσει πλήρως το πνεύμα του συγγραφέα και δίνει την ουσία του αποσταγμένη, χωρίς θεατρινίστικες προσμείξεις και χωρίς διδακτισμό. Ως κειμενική, «απλή αφήγηση». Το κείμενο «κατεβαίνει» άμεσα στο κοινό, με τη μεσολάβηση του Νικήτα Τσακίρογλου που θυσιάζει πρόθυμα τα υποκριτικά του προσόντα για να γίνει ένα «ηχείο» που θα μεταδώσει τις μεγαλιθικές λέξεις - έννοιες ενός μη καθημερινού, επικού λόγου. Υπηρετεί «δονκιχωτικά» τη σκηνοθεσία, επιτρέποντας στον εαυτό του μόνο μια μικρή παρασπονδία: να προσθέσει με αχνό «κάρβουνο», στη σειρά των καζαντζακικών ηρώων, την τυραννισμένη εικόνα ενός Προμηθέα Δεσμώτη - προφήτη. Πάνω σε αυτό το πρότυπο «χτίζει» εκλεκτά, πέτρα με την πέτρα, τον ρόλο. Δίπλα του, ικανή αντιφωνήτρια η Κατερίνα Διδασκάλου και άτυπος τραγικός «χορός» οι Σοφία Κομηνέα, Δημήτρης Γρηγοριάδης, Λευτέρης Βλάχος, Μαρία Παπαφωτίου. Σκηνικά - κοστούμια από τη Μάιρα Βαζαίου, ωραίες μουσικές του Δημήτρη Παπαδημητρίου.