Του Λέανδρου Πολενάκη
Με αφορμή τη σπουδαία παράσταση της «Ασκητικής» του Νίκου Καζαντάκη σε σκηνοθεσία Πάνου Αγγελόπουλου, με πρωταγωνιστή τον Νικήτα Τσακίρογλου (θέατρο «Τζένη Καρέζη»), θεωρώ απαραίτητο έναν πρόλογο σε αυτό το δύσκολο, παρεξηγημένο έργο του μεγάλου συγγραφέα μας.
Σε όλη τη ζωή του ο Καζαντζάκης πάσχιζε να βρει το χαμένο μονοπάτι που ενώνει το Εν με το Παν, την Ελευθερία με την Ανάγκη, τον Μύθο με τον Λόγο, την Ανατολή με τη Δύση. Έτσι λάτρεψε ως Θεούς του, ανάμεσα σε άλλους, διαδοχικά, όπως γράφει στην «Ασκητική», τον Χριστό, τον Βούδα, τον Άγιο Φραγκίσκο, τον Δον Κιχώτη, τέλος τον Οδυσσέα. Το κορυφαίο αυτό έργο του Καζαντζάκη συμπυκνώνει την αγωνία και τον αγώνα του, όχι για να ανυψώσει τον άνθρωπο σε θεό, αλλά, αντίθετα, για να κατεβάσει τον Θεό στην καρδιά του ανθρώπου, σώζοντας και τους δύο: τον έναν από τον άλλο! Ο συγγραφέας ταξίδεψε πολύ, σαν άλλος Οδυσσέας, σε Ανατολή και Δύση, μα δεν ξέρουμε αν έφθασε τελικά στη δική του Ιθάκη... Ας πιάσουμε απ' την άλλη του άκρη το αφηγηματικό νήμα... Ο περιπλανώμενος ιππότης Δον Κιχώτης, ίσως να μην είναι, όπως πιστεύεται, μια γηγενής μορφή της Δύσης. Μπορεί να μας έρχεται κι αυτός απ' τα μέρη της μακρινής Ανατολής.
Ένας αρχαίος ινδικός «βίος» του Βούδα, η Lalita Vistara του κύκλου της Jataka (γέννηση), ταξιδεύοντας προς δυσμάς με τα καραβάνια έφθασε στη Συρία τον 7ο αιώνα μ.Χ., όπου μεταφράστηκε από τον Άγιο Ιωάννη Δαμασκηνό στα Ελληνικά, μεταλλαγμένος σε χριστολογική μυθιστορία, για να ενσωματωθεί στη χριστιανική παράδοση. Ο τίτλος του είναι «Βαρλαάμ και Ιωάσαφ». Μας εξιστορεί τις περιπέτειες δύο περιπλανώμενων ασκητών: ενός νεαρού από πλούσια οικογένεια του Ιωάσαφ (= Βοδχισάτβα, το κοσμικό όνομα του Βούδα), που απαρνιέται τα αγαθά της φαμίλιας του για να γίνει ασκητής, όταν στην πρώτη του έξοδο στον κόσμο γνωρίζει τον απέραντο πόνο των ανθρώπων, και του δασκάλου του, ασκητή Βαρλαάμ. Το κείμενο μεταφέρθηκε στα λατινικά και πέρασε ύστερα στις τοπικές γλώσσες, για να γίνει σύντομα ένα λαοφιλές ανάγνωσμα σε Δύση και σε Ανατολή. Στα καστιλλιάνικα μεταφράστηκε το 1608 και επηρέασε εντόνως την ισπανική κουλτούρα. Ο «Δον Κιχώτης», μάλιστα, είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση, καθώς ενσωματώνει αυθεντικά αποσπάσματα του αρχικού «Βίου» του Βούδα. Όπως η σκηνή όπου ο περιπλανώμενος ιππότης, στην πρώτη κιόλας έξοδό του, σταθμεύει σε ένα «όμορφο δάσος», δίπλα σε ένα «χαριτωμένο ρυάκι» για να κάνει τον «κανόνα» του, όπως ο Βούδας στη δική του πρώτη έξοδο. Ανάμεσα στα λόγια του Κιχώτη κάποια θα μπορούσε να ανήκουν στον Άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης: «Ευτυχισμένοι καιροί και μακάριοι αιώνες, τότε που δεν υπήρχαν ακόμη σε καμία γλώσσα οι λέξεις 'δικό μου' και 'δικό σου'».
Ο Δον Κιχώτης ονειρεύεται, σαν άλλος Βούδας και σαν άλλος Άγιος Φραγκίσκος, την παραδείσια ακτημοσύνη και νοσταλγεί την ηλικία της αθωότητας της ανθρώπινης γλώσσας, τότε που ήταν «περιούσια», πριν γίνει δηλαδή «περιουσία». Πριν ο «δίχα λόγος», που μοιράζει στα δύο το υπάρχειν, ξεφύγει από τη «φυλακή του στόματος», το «έρκος οδόντων» του Ομήρου, για να γεννήσει, μαζί με την ατομική ιδιοκτησία, τη φιλοπόλεμη έριδα. Ένας λόγος δονκιχωτικός και συνάμα ομηρικός, παλαιός. Η λέξη παλαιός θυμίζω ότι σημαίνει στα ελληνικά του αρχιπελάγους τον σοφό και φωτισμένο άνθρωπο. Όπως ο Χριστός, ο Βούδας, ο Δον Κιχώτης, ο ΄Αγιος Φραγκίσκος, όπως, στο τέλος του βίου του, ο Οδυσσέας. Να λοιπόν που οι κατά Καζαντζάκη ανθρώπινοι πυλώνες της σοφίας μπορεί να σύρουν τον χορό πιασμένοι χέρι - χέρι, για να κλείσει ο κύκλος της οδυσσεϊκής περιπλάνησης μέσα στον κόσμο.
Ωστόσο, η δική μας περιπέτεια στα κείμενα και στις λέξεις δεν τελειώνει εδώ. Ποιες είναι οι δύο μορφές του Δον Κιχώτη; Ποιος ο Σάντσο; Βρήκε το κρυφό πέρασμα που αναζητούσε ο Καζαντζάκης; Γιατί μας ένδιαφέρουν απολύτως ως Έλληνες του σήμερα όλα αυτά; Τι ακόμα μας λέει η σπουδαία παράσταση της «Ασκητικής»; Υπομονή, ώς την άλλη Κυριακή.