Live τώρα    
"Το γλυκό πουλί της νιότης" στο θέατρο Αλμα / Τα βήματα των Ερινύων
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

"Το γλυκό πουλί της νιότης" στο θέατρο Αλμα / Τα βήματα των Ερινύων

Του Λέανδρου Πολενάκη

Το «Γλυκό πουλί της νιότης» (1959) είναι ένα από τα ποιητικότερα και συνάμα τα πιο πολιτικά έργα του Τέννεση Ουίλλιαμς. Tα πιο πάνω κρύβονται προσεκτικά πίσω από μια μάσκα ωμού ρεαλισμού. Η μυωπική λογοκρισία του υστερικού αντικομμουνιστικού μακαρθισμού, παρότι ενοχλήθηκε από το έργο, δεν μπόρεσε να στοιχειοθετήσει εναντίον του συγγραφέα τη γνωστή κατηγορία. Οργισμένη, επιτέθηκε εναντίον του τότε εξαπολύοντας κύματα λάσπης, χαρακτηρίζοντάς τον «ανήθικο» ή «βρώμικο» συγγραφέα.

Μια καλά οργανωμένη εκστρατεία εναντίον του πέρασε τα σύνορα των ΗΠΑ και εξαπλώθηκε στην Ευρώπη τρομοκρατώντας τους καλούς αστούς ότι, αν έρθουν σε επαφή με αυτό ειδικά το έργο του, κινδυνεύουν να κολλήσουν δεν ξέρω ποιαν διανοητική «ασθένεια».

Η χώρα μας δεν έμεινε ανέγγιχτη από αυτήν τη λάσπη. Μπορώ να μαρτυρήσω ότι το «Θέατρο Τέχνης» του Κάρολου Κουν, που πρωτανέβασε στην Ελλάδα το έργο στα 1959 με την αείμνηστη Μελίνα Μερκούρη, τον Γιάννη Φέρτη, τον Κώστα Μπάκα κι άλλους σπουδαίους συντελεστές, πλήρωσε ακριβά την τόλμη του χάνοντας ένα μέρος του συντηρητικού αστικού κοινού, που του γύρισε την πλάτη.

Παράλληλα, στον προοδευτικό χώρο, επικράτησε να θεωρείται ο Ουίλλιαμς ως ένας απολιτικός συγγραφέας που δεν κρατάει καθαρή, σκληρή κριτική στάση απέναντι στην έλλειψη ανοχής της αμερικανικής κοινωνίας. Απλώς, αραιά και πού, από ένα άρρωστο βίτσιο ή ίσως για να μας μπερδέψει, καταγγέλλει ως ψευδές το «αμερικάνικο όνειρο». ΄Οπως π.χ. στο κορυφαίο του επίτευγμα, το σπάνια παιζόμενο «Καμίνο Ρεάλ».

Για το «Γλυκό πουλί...» διατυπώθηκε παλιότερα η άποψη (Μάριος Πλωρίτης) ότι «αληθινός πρωταγωνιστής του έργου είναι ο χρόνος, που ερημώνει και λεηλατεί τη ζωή». Σίγουρα, αλλά ο φυσικός χρόνος μόνος του, γυμνός από τα ιστορικά συμφραζόμενα, δεν συνιστά «αμαρτία» του ανθρώπου. Χρειάζεται γι' αυτό και την κοινωνική ένδυσή του, που φέρουν διακριτά όσοι τον εκμεταλλεύονται και όσοι τον υφίστανται.

Αφέντες και δούλοι δεν εξισώνονται σε αυτό το έργο υπό την κοινή μοίρα της φθοροποιού χρονικότητας. Κάθε άλλο, μάλιστα. Το έργο εν τέλει συνιστά μια καταλυτική, ενσυνείδητη καταγγελία της αμερικανικής ταξικής κοινωνίας εκθέτοντας τραγικά τη μισαλλοδοξία, τον ρατσισμό, την απληστία, την ανοησία, την υποκρισία, τον φασισμό της... Όλα κρυμμένα πίσω απ' τη βιτρίνα μιας «ηθογραφίας», υπό το ψευδές προσωπείο του «πανδαμάτορος χρόνου»...

Το πολιτικό στίγμα του έργου αναδεικνύει, για πρώτη ίσως φορά στην Ελλάδα, τόσο άμεσα η παράσταση στο θέατρο «Άλμα», στη δοκιμασμένη απόδοση του Μάριου Πλωρίτη, σε σκηνοθεσία της Αναστασίας Ρεβή, με τα κατάλληλα σκηνικά - κοστούμια της Μάιρας Βαζαίου, τους λειτουργικούς φωτισμούς του Γιάννη Κατσαρή και την αρμόζουσα μουσική επιμέλεια της Ζηνοβίας Αρβανιτίδη.

Η ικανή σκηνοθέτιδα πιάνει από τις δύο άκρες το αλληγορικό προπέτασμα του έργου και το ξηλώνει κυριολεκτικά με μία κίνηση, για να ακούσουμε την υπόκωφη βοή, «τα βήματα των Ερινύων», όπως θα έλεγε ο Καβάφης. Μια παράσταση «καθαρή», προσεγμένη ως σύνολο αλλά και σε όλες τις λεπτομέρειες, με εξαιρετικά διδαγμένους ρόλους και με το ευρηματικό, εμβόλιμο κλοουνίστικο σκηνικό ιντερμέδιο να δένει ως «μαγιά» τα επί μέρους.

Η Κατερίνα Μαραγκού (Αλεξάνδρα ντελ Λάγκο) κάνει μια εκ βαθέων προσωπική κατάθεση - μαρτυρία. Ο Όμηρος Πουλάκης (Τσανς) δίπλα της δίνει αυτόνομα και αυτόφωτα τη δική του εξίσου προσωπική μαρτυρική κατάθεση. Ο Μπος Φίνλεϋ του Αργύρη Γκαγκάνη εντυπωσιακά πυκνός και συμπαγής ως εικόνα και ως λόγος. Ο Νικόλας Παπαδομιχελάκης είναι ανατριχιαστικά αιχμηρός -και επίκαιρος- τόσο στο ιντερμέδιο όσο και στον ρόλο του Τομ. Η Αγγελική Μητροπούλου συνδυάζει αποτελεσματικά το γήινο και το υπερβατικό στοιχείο της Χέβενλυ. Οι καλοί Λευτέρης Βασιλάκης και Βέφη Ρέδη συμπληρώνουν τη διανομή.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0