Του Λέανδρου Πολενάκη
Ο Μαξίμ Γκόρκι (1868 -1936), που θεωρείται πλανημένα ως εισηγητής του «σοσιαλιστικού ρεαλισμού», συμμετέχει από πολύ νωρίς σε όλες τις φάσεις του επαναστατικού κινήματος στο πλευρό του Λένιν. Αυτοεξόριστος στην Ευρώπη, επιστρέφει στη Σοβιετική Ένωση το 1932... Πεθαίνει το 1936, λίγο πριν αρχίσουν οι μεγάλες εκκαθαρίσεις, κατά πάσα πιθανότατα δηλητηριασμένος από τον Στάλιν. Διόλου άσχετος ο τελευταίος με τη λογοτεχνία, μπορούσε να καταλάβει ότι θεματική των έργων του Γκόρκι δεν ήταν μόνο η πάλη των τάξεων ή τα δεινά των καταπιεσμένων, κατά την επίσημη, κρατική λογοτεχνική «συνταγή». Περιείχαν κάτι ευρύτερο, που τον ενοχλούσε ιδιαίτερα, και που σήμερα μπορούμε πια να διακρίνουμε καθαρότερα. «Τα παιδιά του ήλιου», ένα από τα χαρακτηριστικότερα έργα του, αν και λίγο γνωστό, γράφηκε το 1905, τη χρονιά της πρώτης, άτυχης επανάστασης, και αρχικά θεωρήθηκε ότι είχε ως στόχο να μη χάσουν την πίστη τους οι ηττημένοι επαναστάτες... Στην πραγματικότητα συμπυκνώνει την πεμπτουσία της σκέψης του Γκόρκι, μοναδική ίσως αγωνία του οποίου είναι να φιλιώσει το παλιό με το νέο, να «μπολιάσει» την επανάσταση με το αποστολικό πνεύμα της «αιώνιας Ρωσίας», επειδή πιστεύει ότι μόνο έτσι μπορεί να τη σώσει απ' τον κακό της εαυτό... Η Ιστορία τον δικαίωσε. Τα έργα του αποτελούν μια φυσική συνέχεια του Γκόγκολ του Ντοστογιέφσκι, του Τσέχωφ. Στα «Παιδιά του Ήλιου», τυπικά μας αφηγείται όσα διαδραματίζονται στο παρηκμασμένο περιβάλλον μιας ρώσικης μικροαστικής οικογένειας. Παρακολουθούμε τη ζωή των μελών της, που βιώνουν τα προσωπικά τους πάθη δοσμένοι αποκλειστικά στη δική τους μικρή πραγματικότητα, ενώ έξω μαίνεται μια θανατηφόρα επιδημία χολέρας. Ο Γκόρκι «ανεπαισθήτως» εισάγει στο σύστημα έναν καταλύτη, που, όμως, ας το προσέξουμε, δεν είναι πρόσωπο που έρχεται από το μέλλον, έρχεται, αντίθετα, από την παράδοση! Πρόκειται για την «τρελή» Ελισαβέτα Φιοντόροβνα που λέει πάντα αλήθειες χωρίς να την πιστεύουν - μια ρωσική εκδοχή «Κασσάνδρας»! Αυτό το πρόσωπο, παρόν και σε άλλα έργα του Γκόρκι, αντιστοιχεί στη μορφή του «Γιουροντίβι», του προαιώνιου Ρώσου ιερού, σοφού και «άγιου τρελού», μόνο ο Στάλιν κατάφερε να τον «ξεριζώσει», που έχει το δικαίωμα να μιλάει ανοιχτά στην εξουσία, χωρίς να μπορεί κανείς να τον θίξει... Ο μεγάλος Πούσκιν είχε θελήσει παίξει αυτό τον «ρόλο» απέναντι στον τσάρο Νικόλαο τον Α'. Ο ίδιος ο Γκόρκι θέλησε να τον παίξει, αργότερα, μπροστά στον Στάλιν. Και οι δύο το πλήρωσαν με τη ζωή τους.
Αυτός είναι ο πυρήνας του έργου του Γκόρκι η απαίτηση της πλήρους, όχι επιμεριστικής, λαϊκής ρώσικης δικαιοσύνης, που η σκηνοθεσία και δραματουργική επεξεργασία του Νίκου Μαστοράκη συνέλαβε και ανέπτυξε... Ανέδειξε τον αληθινό Γκόρκι πέρα από τις ιστορικές συνθήκες της εποχής του, ως μάρτυρα του ιδιαίτερου ρώσικου ανθρωπισμού, που αγαπάει τον άνθρωπο, όχι την αφηρημένη ιδέα της ανθρωπότητας... Ο σκηνοθέτης παραμερίζει γενναία το προπέτασμα της ηθογραφίας και «σκάβει» τα πρόσωπά του κατευθείαν στη σκληρή ύλη της μοίρας. Μια μικρή τραγωδία που συνδυάζει το σύγχρονο πολιτικό ανακλαστικό με ατμόσφαιρα τσεχωφική και δένει τον κριτικό ρεαλισμό με την ποίηση.
Στην άκρως διεισδυτική ματιά του σκηνοθέτη και στην προσεγμένη, λεπτομερειακή διδασκαλία των ρόλων στηρίχτηκε το όλο εγχείρημα. Η εξαίρετη Κωνσταντίνα Τάκαλου δίνει αξονικά, ολικά, την Ελισαβέτα Φιοντόροβνα, ως μια κάθετη, «εκ βαθέων» υπαρξιακή κραυγή. Ο Κλέων Γρηγοριάδης (Μπαρίς Νικολάγιεβιτς) διαθέτει χαμηλότονο υποκριτικό προφίλ που «κόβει», όμως, σαν λεπίδα... «Με λογισμό και με όνειρο» πλάθει τον Πάβέλ Φιοντόροβιτς ο Χάρης Φραγκούλης. Η ικανή Μαρία Καλλιμάνη εικονίζει ρεαλιστικά, ίσως λίγο περισσότερο του δέοντος, εξωτερικεύοντας, την αμφίθυμη, κτητική Γελένα Νικολάγιεβνα. Η Φωτεινή Μπαξεβάνη (Μελανία Νικολάγιεβνα) έχει ειδικό σκηνικό βάρος. Ο Γιάννης Κότσιφας είναι «σωστός», η Ιωάννα Μαυρέα ακριβής, οι, Άρης Ντελία και Αδριανός Γκάτσος με παρουσία. Τα σκηνικά και τα κοστούμια του Βασίλη Παπατσαρούχα υπηρετούν την πρόθεση του σκηνοθέτη να φέρει το έργο και εικαστικά πιο κοντά στην εποχή μας, κάτι ίσως όχι αναγκαίο κατά τη γνώμη μου. Το ίδιο μπορώ επίσης να πω για τους «σκληρούς» φωτισμούς του Σάκη Μπιρμπίλη.