Του Λέανδρου Πολενάκη
Έχουν εκλείψει σήμερα όλοι οι λόγοι να καταφεύγουμε στο «παράλογο» κάθε φορά που βρισκόμαστε σε αδυναμία να κατατάξουμε ένα έργο τέχνης. Λόγος και παράλογο, στην αληθινή άλλωστε ζωή, διατηρούν σχέση αξονική, δεν αντιπαρατίθενται. Μόνο ο Δυτικός πολιτισμός επιχείρησε να μεταφράσει την πραγματικότητα σε αποκλειστικά λογικές κατηγορίες, με αποτέλεσμα καταστροφικό.
Το θέατρο του Πίντερ δεν είναι ούτε «παράλογο» ούτε απολιτικό. Πίσω από την «παράλογη» μορφή του, μέσα από ένα μπρεχτικό «παραξένισμα», μια «απόσταση» μεταμφιεσμένη σε βρετανικό φλέγμα, κρύβει την ολοκληρωτική πολιτική του στράτευση εναντίον της «λογικής των κυρίων». Κάτι που γίνεται ολοφάνερο στα όψιμα κείμενά του. Το «Τέφρα και σκιά» ανήκει σε αυτήν την κατηγορία. Αρχίζει ως ρεαλιστικό ψυχολογικό δράμα για να εξελιχθεί σε έργο στο οποίο μύθος και πραγματικότητα, φόρμα και περιεχόμενο συγχωνεύονται, θυμίζοντάς μας ότι αυτό που λέμε «Ιστορία», είτε πρόκειται για τη «μικρή» είτε για τη «μεγάλη», δεν είναι μόνο αφήγηση, είναι και σκηνοθεσία. Ότι «επιλέγουμε» κάθε φορά το παρελθόν που μας ανήκει, με τον ίδιο τρόπο που επιλέγουμε ένα μέλλον που μας αφορά.
Στις «Ροές» η σκηνοθεσία του Δημήτρη Καραντζά (κίνηση Σταυρούλας Σιάμου) επιλέγει μια μπρεχτική «δείξη» των ρόλων, όχι ερμηνευτική τους, και το κάνει εύστοχα, πετυχαίνοντας διπλό στόχο. Παραθέτει τα σκόρπια κομμάτια του έργου καλώντας τον θεατή να τα συναρμολογήσει και προάγει τη μετάβαση από την ιδιωτική σφαίρα του εύπορου μεσοαστικού απολιτικού ζευγαριού, στη δημόσια σφαίρα και στα εκρηκτικά ζητήματα που μας αφορούν σήμερα, με πρώτο της εξουσίας.
Εκμεταλλεύεται τις σιωπές, τις παύσεις, τα κενά του λόγου, την κούφια ηχώ των λέξεων στη μεστή μετάφραση της Μαστοράκη, τα λιτά, ατμοσφαιρικά σκηνικά - κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη, για να υπογραμμίσει τη λεπτή ειρωνεία του συγγραφέα και να αφήσει να αναδυθεί το φάντασμα του ολοκληρωτισμού που πλανιέται πάνω από την Ευρώπη σήμερα. Σωστά. Έμεινα, ωστόσο, με μια εντύπωση ότι ο σκηνοθέτης ανέπτυξε περισσότερο γραμμικά και ευθύγραμμα σε χώρο και χρόνο το έργο, παρότι αυτό διαθέτει μια εσωτερική δομή συμφωνικού ποιήματος, με επαναλαμβανόμενα σε αδιόρατες παραλλαγές μουσικά μοτίβα.
Καθοριστική είναι η συμβολή των ηθοποιών. Η χαρισματική Εύη Σαουλίδου (Ρεβέκκα), καθιστή σε όλη τη διάρκεια της παράστασης, σωματοποιεί τους ρυθμούς του μουσικού κειμένου, γίνεται η ίδια ο ιδανικός «μετρονόμος» των κρυφών ή φανερών παλμών του. Ο Χρήστος Λούλης φωτίζει καίρια, αποφασιστικά και κάθετα τις σκοτεινές και τις αμβλείες γωνίες του Ντέβλιν.
*
Στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου» δίνεται το έργο του Αμερικανού Αλεξάντερ Ράιτ, «Animals». Ένα ψυχολογικό θρίλερ με συνεχείς ανατροπές, που δεν θα αποκαλύψω την πλοκή του. Θα πω μόνο ότι είναι ένα από τα πιο εύστοχα πολιτικά έργα πού έχω παρακολουθήσει τα τελευταία τρία χρόνια, καθώς μέσα από μια ιστορία τρόμου διαπερνά τα διαδοχικά στρώματα της βίας που σκεπάζει τον πλανήτη, για να φθάσει στον πυρήνα και να μας πει τη συγκλονιστική του αλήθεια: «ότι πραγματικός αγωγός της βίας είναι η ίδια η ψυχή που νεκρώθηκε μπροστά στον τρόμο του πνευματικού κενού. Ότι δεν διακινείται κανένα εμπόρευμα θανάτου αν δεν εξασφαλιστεί προηγουμένως το άλλοθι του εκμηδενισμού της ψυχής. Ότι η πραγματικότητά μας είναι η απεξάρτηση από το πνεύμα. Και ότι το πνεύμα είναι πίστη αναγωγής σε κάτι. Το κενό είναι το αποτέλεσμα της αναγωγής στο μηδέν» (Βλ. Τάσου Λιγνάδη, «Καταρρέω», εκδ. «Ακρίτας», 1989).
Και μια παράσταση συνόλου, σκηνοθετημένη υποδειγματικά από τη νεότατη Ευθαλία Παπακώστα, σε ρέουσα μετάφραση του Γιώργου Μητρόπουλου, με ταχείς ρυθμούς, ύφος ενιαίο και εξαιρετικά διδαγμένους - εκτελεσμένους ρόλους.
Ο Στάθης Σταμουλακάτος χαράζει σε σκληρό υλικό το ανθρώπινο «θηρίο» με προσωπείο εκσυγχρονιστή. Η προικισμένη Ιωάννα Κολιοπούλου δίνει το σύγχρονο ελεύθερο νέο κορίτσι με άκρα προσήλωση και ευαισθησία. Η τελική σκηνή της, ένα κομμάτι για ανθολόγιο. Ο χαρισματικός Μάρκος Παπαδοκωνσταντάκης, ως αθώος θύτης και ένοχο θύμα, «πεσμένος άγγελος», θύμα της ίδιας της νιότης του, είναι μονολεκτικά συγκλονιστικός. Ο Ερρίκος Λίτσης φτιάχνει μια πειστική «νουάρ» φιγούρα. Ο Θανάσης Χαλκιάς πάντοτε ακούραστος «εργάτης της σκηνής» και η Τζένη Μπότση δίνει με ταυτοπάθεια τον δικό της ρόλο.