Live τώρα    
Αννα Συνοδινού / Μια μεγάλη δασκάλα του θεάτρου
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Αννα Συνοδινού / Μια μεγάλη δασκάλα του θεάτρου

Του Λέανδρου Πολενάκη

Στη δεκαετία '70-'80 κυρίως αλλά και αργότερα, μέχρι πρόσφατα, βρισκόμουν πολύ κοντά στην Άννα Συνοδινού και είχα το προνόμιο να συνομιλώ συχνά μαζί της. Μπορώ αβίαστα να πω ότι υπήρξε μια μεγάλη δασκάλα του θεάτρου και ειδικά του αρχαιοελληνικού δράματος.

Μπορώ, επίσης, να ορκιστώ μπροστά στην Ιστορία ότι η Άννα Συνοδινού δεν αποκήρυξε ποτέ, όπως άλλοι, το ΕΑΜικό της παρελθόν. Το κρατούσε μέσα της, βαθιά, σαν ανεκτίμητο θησαυρό. Μου ομολογούσε ότι τα χρόνια της Κατοχής και της αντίστασης την σημάδεψαν ανεξίτηλα. Μπήκε στο θέατρο με μοναδική φιλοδοξία να υπηρετήσει τον τόπο.

Μιλούσαμε κάποτε για την αινιγματική Τραγωδία του Ευριπίδη Ιφιγένεια στην Αυλίδα. Την απασχολούσε το ζήτημα της απότομης μεταστροφής του ήθους της ηρωίδας, που επισημαίνει και ο Αριστοτέλης στην Ποιητική του: μετά την αρχική άρνησή της να προσφέρει τον εαυτό της ως θυσία για το «κοινόν των Ελλήνων», ξαφνικά δηλώνει πρόθυμη να πεθάνει. Τι, άραγε, θέλει να πει με αυτό ο Ευριπίδης; Τα λόγια της Ιφιγένειας είναι πατριωτικά ή ειρωνικά; Για τη Συνοδινού αποκλειόταν «διά ροπάλου» η άποψη των "μοντερνιστών", που βλέπουν εδώ να υφέρπει μια ειρωνεία του ποιητή. Για να κάμψει τις όποιες δυσπιστίες κατέβασε από τη βιβλιοθήκη της έναν τόμο της Ιστορίας της Ελληνικής λογοτεχνίας της Σοβιετικής Ακαδημίας Επιστημών, στην ελληνική μετάφρασή του. Τον άνοιξε στο κεφάλαιο «Ευριπίδης», υποκεφάλαιο «Ιφιγένεια στην Αυλίδα» και άρχισε να μου διαβάζει. Για τους σοβιετικούς ακαδημαϊκούς δεν υπήρχε ούτε αναφορά στην άποψη μιας δήθεν ειρωνικής στάσης του ποιητή. Η επιλογή της Ιφιγένειας πήγασε μόνο από το πατριωτικό της καθήκον, τελεία και παύλα. Αργότερα, μετά τη μεταπολίτευση, είδα τη σοβιετική ταινία για τη νεαρή παρτιζάνα Ζώγια Κοσμοντεμιάνσκαγια, που εκτέλεσαν οι Γερμανοί, στον «μεγάλο πατριωτικό πόλεμο». Ο νους μου πήγε στην δική μας θυσιασμένη Ηλέκτρα Αποστόλου, στην Παναγιώτα Σταθοπούλου, που έπεσε μπροστά στο τανκ, και σ' όλες τις άλλες...

Χάρη στη Συνοδινού κατάλαβα τι είναι ο αληθινός πατριωτισμός, τι ο κάλπικος, την ίδια στιγμή που κατανόησα ότι η πιο πάνω τραγωδία του Ευριπίδη, γραμμένη στην αυλή του βασιλιά Αρχέλαου της Μακεδονίας, με προοπτική την ήδη διαφαινόμενη στους ιστορικούς ορίζοντες «πανελλήνια εκστρατεία», αποτελεί συγκεκαλυμμένη σπονδή στον Διόνυσο, έναν θεό ελληνικό με την ευρύτερη σημασία της λέξης, που δεν πέθανε, αλλά ακόμη αποτελεί κεντρική μορφή της αναπαράστασης των παθών του κόσμου μέσα μας, και με τις δύο υποστάσεις του... Η Συνοδινού, ως πρωθιέρεια του Διονύσου, το ήξερε αυτό, πολύ καλά. Συνομολογούσε τον βαθύ λόγο του ποιητή Άγγελου Σικελιανού προς τον Θεό του, που ακούμε από το στόμα της «Σύβυλλας», γραμμένης μέσα στην Κατοχή, ενός έργου αντίστασης στην τυραννία, που σπάνια παίζεται πια: «Όπου με πας, πηγαίνω».

Αυτή ήταν πάντα η στάση ζωής της Άννας Συνοδινού, μιας αληθινής Ελληνίδας, όχι μόνο από αίμα (η μητέρα της μια εξελληνισμένη Ιταλίδα), αλλά από την παιδεία της, κατακτημένη με αίμα. Από μια φάση και ύστερα της ζωής της ήθελε να παίζει μόνο Ελληνίδες ηρωίδες. Κατανοητό.

Τιμούσε τους δασκάλους της στη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, τον Ροντήρη, τον Γιάννη Σιδέρη, τον Αντώνη Φωκά κι όλους τους άλλους που την εισήγαγαν, με εργαλείο τη γλώσσα, στο μυστήριο της ελληνικής διαχρονίας. Οικουμενική προσωπικότητα η ίδια, ήξερε ότι η πραγματική στιγμή της ήττας του νεοελληνικού προσώπου ήταν η προχώρηση, άνευ όρων, του ιδιότυπου, οικουμενικού ελληνικού Διαφωτισμού στον εθνοκεντρικό Δυτικό. Είχε, ακόμη, την ευρύτητα πνεύματος να μην εμμένει σε παραδοσιακές φόρμες αλλά να τις εμπλουτίζει και να τις ανανεώνει διαρκώς. Έτσι μπόρεσε να μεταβεί ομαλά και φυσικά από τον Δημήτρη Ροντήρη στο Μίνωα Βολανάκη, που με εκείνην υπέγραψε την πρώτη σκηνοθετική δουλειά του στην Ελλάδα το 1960 (Λυσιστράτη). Εδώ, διαψεύσθηκαν προκαταβολικά όλες οι ψευδώνυμες «πρωτοπορίες» που ευαγγελίζονταν τον παραμερισμό των πρωτείων του κειμένου χάριν των πρωτείων της «σωματικότητας». Επειδή η Συνοδινού ήξερε πολύ καλά να υφαίνει το κείμενο σώμα της με το σώμα του κειμένου.

Η Άννα Συνοδινού έλαμπε στη σκηνή, ό,τι και αν έπαιζε, με ένα εσωτερικό φως που το κοινό το αναγνώριζε αμέσως σαν «δικό του» και τη λάτρευε γι' αυτό. Σαν να την είχε διαποτίσει ολόκληρη το πάθος της ελευθερίας. Φάνηκε αυτό πάρα πολύ καθαρά στην Αντιγόνη που έπαιξε στα Επιδαύρια, σε σκηνοθεσία του Αλέξη Σολωμού (μετάφραση Γρυπάρη, σκηνογραφία - κοστούμια Νίκου Νικολάου, μουσική Βασίλη Τενίδη, με τους: Έλλη Βοζικιάδου, Στέλιο Βόκοβιτς, Βασίλη Κανάκη, Δημήτρη Μαλαβέτα, Θεόδωρο Μορίδη, Νίκο Παπακωνσταντίνου, Θεανώ Ιωαννίδου, Τάκη Βουλαλά), εκείνο το τραγικό και ολόμαυρο καλοκαίρι του '74. Στην επιλογή της να διακόψει τη σιωπή και να επιστρέψει στη σκηνή (με την Ηλέκτρα ένα χρόνο πριν, στο «Ηρώδειο», παράσταση που υπήρξε μείζον αντιστασιακό γεγονός), είχε συμβάλει και ο ευριπιδικός στίχος: «αισχρόν εστί σιγάν, βαρβάρους δε εάν λέγειν» («Είναι ντροπή να σωπαίνεις και να αφήνεις να μιλάνε οι βάρβαροι»).

Η Αντιγόνη της ήταν μια πιστή του Διόνυσου σε κατάσταση «νηφάλιας μέθης», με συνείδηση ανοιχτή, που ήξερε εκ των προτέρων τις συνέπειες της επιλογής της. Έδωσε υποδειγματικά το ανθρώπινο ανάστημα που, σαν στύλος, ενώνει και χωρίζει την ίδια στιγμή, τα δύο κομμάτια του κόσμου, το επάνω και το κάτω. Σήκωσε, μόνη, το ασήκωτο βάρος ενός τρομερού θεού, βαδίζοντας άσφαλτα στον τόπο προορισμού της. Αποθεώθηκε.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0