Του Λέανδρου Πολενάκη
Το ελληνικό στη βαθιά του ουσία έργο αυτό της Λούλας Αναγνωστάκη διαλέγεται απ' ευθείας χωρίς διαμεσολαβητές με τον ύπνο - θάνατο της ηρακλείτειας νύχτας, όπου ο άνθρωπος είναι για τον εαυτό του το μόνο φως. Ένα θέατρο παθιασμένα κάθετης δομής, που μας εισάγει στο «σκάνδαλο» της μόνιμης γειτνίασης με τον θάνατο, με την καθημερινή του παρουσία στα πανηγύρια, στις χαρές, τους γάμους μας. Ένα θέατρο πένθους αλλά όχι πένθιμο, μιας ψυχής απαρηγόρητης από τότε που τα σύνορα των εθνών μάς χώρισαν διά παντός από τον Κοινό μας Λόγο. Ένα θέατρο παρηγορητικό συγχρόνως, επειδή αναδεικνύει το «λογικό παράλογο» του ζην ως αίνιγμα συλλογικό, που ζητάει τη λύση του από τον καθένα μας προσωπικά. Καθείς και η Σφίγγα του. Ένα θέατρο που ανυψώνει τη ζωή ως μέγα καλό και πρώτο. Και μια πολιτική πρόταση, όπου η εξουσία, με όπλο μια γλώσσα επιμεριστική, διαιρεμένη, που χωρίζει τους ανθρώπους σε φυλές, φύλα, έθνη, «δικούς μας» και «ξένους», αφέντες και δούλους, δείχνεται λιγότερο σημαντική από την ποίηση και την προφητεία.
Γραμμένο το 2001, σκηνοθετημένο και παιγμένο για πρώτη φορά από τον αείμνηστο Λευτέρη Βογιατζή, το «Σε εσάς που με ακούτε» είναι ένα έργο «κατανυκτικής απλότητας και αλήθειας», όπου η συγγραφέας μιλώντας τη γλώσσα των καθημερινών πραγμάτων ξαναφέρνει στο προσκήνιο της ιστορίας τους «μικρούς» ανθρώπους, τους «ανώνυμους αγίους που σώζουν τον κόσμο», κατά την γραφή σε ειλητάριο αγίου σε εικόνα βυζαντινή. Ξαναδίνει στη ζωή το χαμένο κόκκινο χρώμα της - του ζωντανού αίματος. Χρώμα και της ιστορίας, που γίνεται παντού, όχι μόνο στα μεγάλα κέντρα αποφάσεων. Και που οφείλουμε να την πάρουμε στα χέρια μας. Επειδή κάθε πράξη μας είναι πολιτική, εφόσον έχει συνέπειες πάνω στη ζωή των άλλων ανθρώπων, αφού ανήκει στο μεγάλο συλλογικό γίγνεσθαι. Ένα έργο με ρίζες βαθιά ελληνικές και, γι' αυτό, έργο οικουμενικό. Και ένα θέατρο με το χάρισμα της προφητείας, που «βλέπει» την επερχόμενη «νέα τάξη πραγμάτων». Που ο στερνός λόγος της ηχεί σαν ξαφνικός πυροβολισμός μέσα σε εκκωφαντική ησυχία: «Πες στους φίλους σου να γυρίσουν στην Ελλάδα... η ιστορία επαναλαμβάνεται. Όλη η Ευρώπη θα έρθει τα πάνω κάτω και είναι καλύτερα να μας βρει το κακό στην Ελλάδα...».
Το σκηνοθετικό ντεμπούτο του ηθοποιού Μάνου Καρατζογιάννη στο Ίδρυμα Κακογιάννη (επιμέλεια κίνησης Ζωή Χατζηαντωνίου), με αυτό το έργο της κορυφαίας μας συγγραφέως, είναι ήδη ώριμο. Δεν βλέπει μόνο τις εικόνες του, αλλά επίσης το ακούει, το «μυρίζει» το «γεύεται», «ψηλαφεί» τις πληγές του. Το δίνει σε διαρκή διάλογο με την όλη δραματουργία της Λούλας Αναγνωστάκη, σε ύφος επικολυρικό, με κύκλιους, εσωτερικούς, χορευτικούς ρυθμούς όπου όλοι οι ρόλοι, διδαγμένοι προσεκτικά, γίνονται εναλλάξ κορυφαίοι μιας άτυπης τραγωδίας. Η Όλια Λαζαρίδου ως «Έλσα», έξοχη στις ξαφνικές εκρήξεις και στις βαθιές ρηγματωμένες παύσεις της, είναι μια ζωντανή, διαρκής εικόνα της ίδιας της συγγραφέως, που σαρκώνεται μέσα στο έργο της. Η «Σοφία» της Δανάης Επιθυμιάδου ένας κατακόρυφος κατορθωμένος ρόλος - άξονας. Ο Άντριαν Φρίλιγκ (Χανς) εξαιρετικά στέρεος. Ο «Νίκος» του Γιώργου Σαββίδη, εύγλωττος μέσα στη λιτή σιωπή του. Η λιτή Μαρία Ζορμπά (Μαρία) το πολυτιμότερο ανθρώπινο «σκεύος» της παράστασης. Ο Μάνος Στεφανάκης (Ιβάν) ευρηματικός, ο Γιάννης Καραούλης (Τζίνο) ευέλικτος, ο Άγγελος Κοντόπουλος δουλεύει χωρίς να φαίνεται, η Κλεοπάτρα Μάρκου (Τρούντελ) ένα κόσμημα. Τα λιτότατα σκηνικά του Γιάννη Αρβανίτη και τα κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα παίζουν σεμνά τον ρόλο τους. Οι φωτισμοί της Κατερίνας Μαραγκουδάκη, μέρος της σκηνοθεσίας.