Live τώρα    
ΜΕΣΣΙΑΣ ΚΑΙ KISS ME KATE ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ / Η Καμεράτα ανάμεσα σε δύο κόσμους
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

ΜΕΣΣΙΑΣ ΚΑΙ KISS ME KATE ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ / Η Καμεράτα ανάμεσα σε δύο κόσμους

Του Κυριάκου Π. Λουκάκου

Σε μια χώρα με έλλειμμα μεταρρυθμίσεων, η Καμεράτα αποτελεί πρότυπο, τολμηρό και επιτυχές εγχείρημα, που εμπεριέχει τόσο την οδυνηρή διαδικασία επιβολής τους όσο και την κάρπωση της επιτυχίας από την εφαρμογή τους. Επιτυχίας στην οποία οδήγησε η οραματική προσέγγιση του καλλιτεχνικού διευθυντή αυτής της Ορχήστρας «Φίλων της Μουσικής», του Γιώργου Πέτρου. Στη δική του ετοιμότητα «να σπάσει αυγά» οφείλεται όχι μόνον η επιβίωσή της, από μακρού ήδη χωρίς δημόσια οικονομική στήριξη, αλλά και οι εμφανίσεις της ανά την Ευρώπη, συνεπαγόμενες μη τοξικούς πόρους, αλλά και αυξημένο αυτοσεβασμό των μουσικών της.

Σε αυτήν προφανώς τη δημιουργική στοχοθεσία οφείλεται και ο πρωτεϊκός άθλος του Συγκροτήματος με δύο αντιδιαμετρικές εμφανίσεις του στην Αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, αίθουσα, παρεμπιπτόντως, που καλύπτει, κατά την άποψή μας, πλήρως τις ανάγκες των Αθηνών για έναν σύγχρονο χώρο μελοδραματικής δημιουργίας και μάλιστα λειτουργικά ενταγμένο στον βασικό χώρο υποδομής της λόγιας μουσικής της πρωτεύουσας, επιπλέον δε κεντρικά τοποθετημένο, δηλαδή σε δημοκρατική ακτίνα ίσης κατά το δυνατόν απόστασης των περιοχών της μείζονος πόλης από αυτόν.

Αν κάτι συγκρατήσαμε από τον κύκλο παραστάσεων του μιούζικαλ «Kiss me Kate» ήταν πρωτίστως η εξαιρετικά επιμελημένη και μουσικά υπερπλήρης παρουσίασή του, με μιαν ορχήστρα που κυριολεκτικά «κεντούσε» τη φαντασμαγορική ενορχήστρωση του Robert Russell Bennett γι' αυτό το έργο του έτους 1948, που χάρισε στον συνθέτη Cole Porter το πρώτο βραβείο Τόνυ στην ιστορία του αμφιλεγόμενου είδους. Κατά τα λοιπά, και παρά το σαιξπηρικό υπόβαθρο ("The taming of the shrew", ελλ. παλαιόθεν «Η στρίγγλα που έγινε αρνάκι») της υδαρούς πλοκής, το ίδιο το λιμπρέτο αδυνατεί να κρατήσει το ενδιαφέρον σε τόση χρονική διάρκεια, ενώ και η σκηνοθετική σύλληψη (Πάρις Μέξις, Γιώργος Πέτρου) δεν προσέθεσε ουσιωδώς στην ανούσια πλέον συνταγή του «θεάτρου μέσα στο θέατρο». Ακόμη μεγαλύτερος, λοιπόν, ο άθλος των ερμηνευτών, ιδίως του βαρυτόνου Χάρη Ανδριανού και της μεσοφώνου Ειρήνης Καράγιαννη, αλλά και της πολυτάλαντης ηθοποιού και diseuse Νάντιας Κοντογεώργη, της κατ' εξοχήν και απανταχού ingénue της χώρας. Πολλά και οικεία ονόματα πλαισίωσαν με πίστη την προσπάθεια, αλλά τα δύο πλέον ηχηρά, ο Κώστας Βουτσάς και ο Χάρης Ρώμας, δεν ενίσχυσαν την υφολογική συνοχή του θεάματος, αφού επέμειναν απλώς να υποκρίνονται εαυτούς.

Δύο μήνες αργότερα, ο Ορτένσιο του νεαρού baritenore Γιάννη Φίλια εξέπληξε επωμιζόμενος το απαιτητικό μέρος του τενόρου στον «Μεσσία» του Τζωρτζ Φρέντερικ Χαίντελ (12/12/2015), με κάποια φυσική αμηχανία, αλλά και με ικανή επιτυχία τόσο στο εναρκτήριο ρετσιτατίβο όσο και στην ακανθώδη κολορατούρα της άριας που ακολουθεί. Ο Πέτρου, επικεφαλής μιας Καμεράτα οικείας στους φίλους των εγγραφών της ως σχηματισμού εποχής υπό το προσωνύμιο Armonia Atenea, καθώς και της συγγενούς επωνυμίας χορωδίας Musica Atenea, επέλεξε να παρουσιάσει το κορυφαίο ορατόριο με τις οργανικές και χορωδιακές δυνάμεις της πρεμιέρας του (Δουβλίνο, 1742), δηλαδή με μικρό ενόργανο σύνολο εποχής και 20μελή χορωδία, συμπεριλαμβανομένων σε αυτήν και των τεσσάρων σολίστ, σε αίθουσα όμως υπερδιπλάσια της αρχικής, οδηγώντας έτσι σε απώλεια πολλών από τις λεπτομέρειες της ερμηνευτικής του «ψιλοβελονιάς» στην ορχήστρα, υπέρ της οποίας επιχειρηματολογεί με θέρμη σε συνοδευτικό κείμενο του προγράμματος. Διαυγής και δροσερή υπήρξε στις άριές της η υψίφωνος Μυρσίνη Μαργαρίτη, αλλά χωρίς την αναμενόμενη από εκείνην φωνογένεια καταγράφηκε η μεσόφωνος Μαίρη Έλεν - Νέζη, η πλέον ιστορική και διεθνώς ανεγνωρισμένη καλλιτέχνις της κίνησης του μπαρόκ στην Ελλάδα που η ίδια μαζί με τον Πέτρου είχε εισηγηθεί. Ο υγιής όγκος της φωνής και η ποιότητα της εκφοράς του ανέδειξαν τον βαθύφωνο Πέτρο Μαγουλά ως την πλέον επαρκή φωνητική παρουσία της διανομής (δυναμικό «And the trumpet shall sound», αλλά η μπαρόκ τρομπέτα παρέμεινε υποτονική ως επίταση του κειμένου).

Και εδώ έγκειται εν τέλει το ζήτημα: με δεδομένη την ενισχυμένη ευκρίνεια από την ολιγομελή ερμηνεία, η βικτωριανή διόγκωση του «Μεσσία», ώστε να ανταποκρίνεται στο βασιλικό μεγαλείο της αυτοκρατορίας αλλά και σε μεγαλύτερους συναυλιακούς χώρους, αν και αποκλίνει των αριθμών της αρχικής παρουσίασης (σε άλλο χώρο όμως!), αποτελεί απαράγραπτο μέρος μιας παράδοσης που έχει καταγραφεί στη συλλογική μνήμη ως εμπλουτισμός αυτού του μη εκκλησιαστικού μεν, αλλά βαθιά θεολογικού έργου. Και σε παρόμοιο πλαίσιο, η αντίληψή μας διεκδικεί μεγαλύτερο βάρος και όγκο φερειπείν για την εισαγωγή ή για το Αλληλούια, έστω κι αν έτσι ως «King of Kings and Lord of Lords» δεν υπονοείται αποκλειστικά ο Θεός Κύριος...

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0