Live τώρα    
Ματιά στο νεοελληνικό έργο, 3 / Άρτος και οίνος
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Ματιά στο νεοελληνικό έργο, 3 / Άρτος και οίνος

Του Λέανδρου Πολενάκη

Το «Κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου, γραμμένο ανάμεσα στα χρόνια 1966 - 1972, τυπωμένο το 1974, είναι ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα της νεωτερικής μας εποχής. Συγκροτεί ένα κείμενο στο οποίο μορφή και ουσία, γλώσσα και περιεχόμενο συμπλέκονται αξεδιάλυτα και αλληλοσυμπληρώνονται μοναδικά. Αυτό, το μόνο μυθιστόρημα που έγραψε ο Αλεξάνδρου, ασύγκριτης πυκνότητας, είναι συγχρόνως ένα βιβλίο μέσα σε πολλά και πολλά μέσα σε ένα. Με αφομοιωμένες εξίσου τη λόγια και τη λαϊκή μας παράδοση, με γόνιμη πρόσληψη της ευρωπαϊκής εκείνης κουλτούρας που περισσότερο μας ταιριάζει (Κάφκα, Γκόγκολ, Ντοστογιέφσκι), άνοιγε πάλι για την πεζογραφία μας, μετά την περίπτωση του μοναχικού Παπαδιαμάντη, έναν πλατύ οικουμενικό δρόμο. Αποδεικνύοντας για άλλη μία φορά το ευτυχές της συνάντησης του ελληνικού με το ρούσικο πνεύμα. Αν οι μεταγενέστεροι απέτυχαν να ακολουθήσουν αυτό τον δρόμο, δέσμιοι ακόμη του μονομερούς αιτήματος της «ελληνικότητας» που επίμονα καλλιέργησε η «γενιά του 1930», ή αντίστροφα, ενός αντίδικου, θολού, ακαθόριστου «διεθνισμού», είναι ένα άλλο ζήτημα, που δεν το θίγουμε εδώ. «Η ενηλικίωση της πεζογραφίας μας», όπως εύστοχα επισημαίνει ο Δημήτρης Μαρωνίτης, «συντελείται με πολλούς τρόπους, καθώς το άδειο 'κιβώτιο' προχωρεί στον προορισμό του. Με ευφρόσυνη κατάπληξη διαπιστώνεις ότι ο Άρης Αλεξάνδρου, δίχως να εκβιάζει τη δομή του δημοτικού λόγου, διαστέλλει και συστέλλει απεριόριστα τα παραδοσιακά του όρια. Στα χέρια του ο περιοδικός λόγος και η τυπογραφική παράγραφος γίνονται όργανα εξαιρετικά ευαίσθητα, σύνθετα και πολυεδρικά: κύκλοι μικρής και μεγάλης ακτίνας γυρίζουν άνετα στον ίδιο άξονα, αλλά σε διαφορετικά επίπεδα. Τόξα προτάσεων τεντώνονται ώς την έσχατη αντοχή της ελαστικότητάς τους. Πολύτιμες κουκίδες προφυλάσσονται μέσα σε χαραγμένες παρενθέσεις».

Πέρα από τις πιο πάνω γλωσσικές επισημάνσεις, επί της ουσίας το «Κιβώτιο» δεν περιορίζεται να μας μιλήσει μόνο για τον εμφύλιο πόλεμο των ετών 1946 - 1949, αλλά συνομιλεί με ολόκληρο το φάσμα της ελληνικής ιστορίας, έχοντας ως θέμα αληθινό τον ενδημικό μας, ασίγαστο «μέσα εμφύλιο». Το πρόσωπό μας, αιώνια διχασμένο ανάμεσα στον νόμο και στη φύση, στον λόγο και στη γλώσσα, στη δόξα και στην προδοσία, στην πίστη και την αμφιβολία, στην υποταγή και την εξέγερση. Από τότε που η τραγωδία, στην αυθεντική ελληνική εκδοχή της, απέτυχε να συμφιλιώσει ως (καλή) μίμηση πράξεως, με τον έλεο και με τον φόβο, τις αδυσώπητες αντίρροπες δυνάμεις που γεννούν τη φθορά του κοινωνικού γίγνεσθαι, δηλαδή να αναγορεύσει σε υποδειγματική σημασία την κάθαρση (το τέλος) των παθημάτων του ήρωα. Που είναι η μόνη πρόταση μη φονικής εξουσίας.

Ακολουθώντας, αντίθετα, η τραγωδία τον δρόμο που της άνοιξαν οι ελληνιστικοί χρόνοι, καθώς δύει η εποχή των ποιητών και ανατέλλει εκείνη των υποκριτών (Αριστοτέλης): όχι πια τραγική μίμηση πράξεως, αλλά, αντίθετα, μίμηση τραγικής πράξεως, μια μίμηση δηλαδή εξωτερική και από δεύτερο χέρι, ακριβώς αυτή που ο Πλάτων προδρομικά εξορίζει από την "Πολιτεία" του, αποδεχόμενος μόνο την πρωτογενή, «καλή» μίμηση. Από τότε είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε, και μαζί το πνευματικό μας τέκνο, η Ευρώπη, κάτω από το «εμφύλιο φως» μιας διαρκούς, συμβολικής πατροκτονίας, η οποία γίνεται κάποτε πραγματική. Βιώνοντας «στο πετσί μας», χωρίς γνώση, την κυριολεξία των τραγικών παθημάτων. Καταδικασμένοι στην αιώνια «επανάληψη του ίδιου».

Το «Κιβώτιο» δεν είναι έργο μηδενιστικό, κρύβει, έστω δύσκολα, την αναστάσιμη προοπτική του. Είναι η κιβωτός του άρρητου, Δίκαιου Λόγου. Ομόλογα το μετέγραψαν άρτια για το θέατρο και το σκηνοθέτησαν από κοινού ο Φώτης Μακρής και η Κλεοπάτρα Τολόγκου. Ως τραγικό μονόλογο της ύπαρξης. Ο Φώτης Μακρής το έδωσε έξοχα «δείχνοντάς» το, με την επιπρόσθετη αίσθηση του απαρηγόρητου Βαλκάνιου. Ως ύστατος εξάγγελος μιας τελευταίας, αποκαθηλωμένης τραγωδίας. Κάθετα, όχι ως «ορθό», αλλά ως όρθιο λόγο. Χειροποίητο ψαλμό βυθισμένο στο υπερβατικό πλαίσιο αναφοράς του. Όχι απολογητικά ούτε πένθιμα, αλλά ομολογητικά. Με τον «άρτο» της σκηνογραφίας του Διονύση Μανουσάκη και με τον «οίνο» της μουσικής του Γιώργου Νινιού. Περισσότερα δεν χρειάζεται να πω.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0