Live τώρα    
"Μαγικός Αυλός" περιοπής, σε επανάληψη
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

"Μαγικός Αυλός" περιοπής, σε επανάληψη

Του Κυριάκου Π. Λουκάκου

Όταν, στην αυγή του «δίσκου μακράς διαρκείας» (1950) ο νεαρός Χέρμπερτ Φον Κάραγιαν εκλήθη να μεταφέρει στην αίθουσα ηχοληψίας τον «Μαγικό Αυλό» του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ, ήταν ευνόητο ότι θα ακολουθούσε την περίπου επιβεβλημένη οδό της παράλειψης των διαλόγων του έργου. Εξάλλου, την εποχή του γραμμοφώνου, μια ολοκληρωμένη όπερα κυκλοφορούσε σε μέγεθος και βάρος αποσκευής. Στη νέα εποχή, του «δίσκου μακράς διαρκείας», η απειλή από την κατά τεκμήριον ανούσια για τον οικιακό ακροατή παράθεση της πρόζας αφορούσε κυρίως το βαλάντιο του προσήλυτου στο νέο μέσο. Περισσότερο αξιοσημείωτη, ωστόσο, υπήρξε η εμμονή σε αυτή την ιδιότυπη σύντμηση του έργου, ως επιλογή για τις δικές τους ολοκληρωμένες εκδόσεις, αρχιμουσικών όπως ο Καρλ Μπαιμ (1955, πρώτη στερεοφωνική εγγραφή της όπερας για την πρωτοπόρο στην ποιότητα του ήχου αγγλική Decca) και ο Όττο Κλέμπερερ (ΕΜΙ), του τελευταίου μάλιστα εν έτει 1964, αν μάλιστα συνεκτιμήσουμε το γεγονός ότι η επίσης αναγόμενη στο έτος 1955 ηχογράφηση υπό τον Φέρεντς Φρίτσαϋ παρέθετε την όπερα πλήρη στην αυθεντική μορφή της του γερμανικού Singspiel. Η δυσχερώς αποκρυπτόμενη ή και έκδηλη προτίμηση στην αδιατάρακτη ακολουθία της μουσικής τόσο σπουδαίων ερμηνευτών του Μότσαρτ, όπως αναμφισβητήτως υπήρξαν ο Κλέμπερερ και ο Μπαιμ, χωρίς καν το ελάχιστο σε διαλόγους που προάγουν την πλοκή, δεν ήταν οπωσδήποτε τυχαία και αξίζει, επιπροσθέτως, να αξιολογηθεί με δεδομένο το θρυλικό «Μότσαρτ ανσάμπλ» του μεταπολεμικού Theater an der Wien και άλλων αναλόγων της εποχής στην κεντρική Ευρώπη, που διέθεταν ερμηνευτές γαλβανισμένους στην ιδιωματική απόδοση του -επί τούτου- απλοϊκού κειμένου του λιμπρετίστα και επίσης ελευθεροτέκτονα Εμμάνουελ Σικανέντερ.

Σε αυτό το πλαίσιο, η θεατρική απαγγελία των διαλόγων του «Μαγικού Αυλού», και μάλιστα στη γερμανική γλώσσα, στην οποία το έργο εγράφη, υπήρξε τόλμημα εκ μέρους των ιθυνόντων της Εθνικής Λυρικής Σκηνής κατά την πρόσφατη πολλοστή αναβίωσή του, στην αίθουσα «Μαρία Κάλλας» των «Ολυμπίων» και με τη μάλλον χλιαρή σκηνοθεσία του Αρνώ Μπερνάρ. Το επίπεδο της ορθής γλωσσικής απόδοσης ποίκιλλε, όπως ήταν φυσικό, αλλά η απόφαση υπήρξε ενδεικτική της γενικότερης αναζωογόνησης του θεατρικού σκέλους της παραγωγής, την οποία -παρά πάσαν προσδοκίαν- επέτυχε ο επιμελητής της Ίων Κεσούλης, πρωτίστως μέσω του πειστικού χειρισμού ακριβώς αυτής της ανεπιθύμητης πρόζας από τους υποκριτές.

Η παραγωγή ενός τόσο πολυπρόσωπου έργου συναρτάται βεβαίως προς το ομαδικό πνεύμα σύμπραξης των ερμηνευτών και η παράσταση της 30ής Οκτωβρίου που παρακολουθήσαμε εξέπεμψε αυτή τη μετρημένη αρμονία μεταξύ ατομικής επίδοσης και συλλογικότητας που απαιτεί η όπερα. Από την εναρκτήρια διάσωσή του μέχρι τον θρίαμβο επί των μασονικών δοκιμασιών του, ο νεαρός Βασίλης Καβάγιας χάρισε έναν Ταμίνο ολόδροσο, αναβαπτισμένο στο πλέον αγνό μοτσάρτειο ήθος, πατρίκιο στην αγωγή της γραμμής, με ανεπίληπτο έλεγχο αναπνοής, υψηλή ευκρίνεια απαγγελλόμενου και αδόμενου λόγου, αλλά και με την ορισμένη σκηνική του αποστασιοποίηση να ενισχύει την πειστικότητα της (βορειοευρωπαϊκής) βασιλικής καταγωγής του χαρακτήρα. Πλάι του ένας αρκούντως γήινος και ζωηρός Παπαγκένο, ο βαρύτονος Αρκάδιος Ρακόπουλος, εν προκειμένω με ευπρόσδεκτο το «αξάν» των γερμανικών του να τονίζει την προφανώς αγροτική καταγωγή του απλοϊκού πτηνοπώλη. Ο βαθύφωνος Πέτρος Μαγουλάς δεν ανήκει στους «βαθείς» Σαράστρο της προϊστορίας, αλλά με τον καλώς εστιασμένο ήχο της υγιούς ωριμότητας και μια αρκούντως εκπαιδευμένη στο μπαρόκ πειθαρχία της εκφοράς υπήρξε πειστικός ως ένας αρχιερέας περισσότερο νεανικός του συνήθους. Ισχυρό φωνητικό και υποκριτικό στίγμα εκπέμφθηκε από την Παμίνα της Μίνας Πολυχρόνου, με μια ασυνήθως αδρή ενσάρκωση και χωρίς απώλειες στην ύπουλη άρια της β' πράξης. Πλάι σε μια μουσικοδραματική προσωπικότητα, όπως η Πολυχρόνου, η ταλαντούχος Νίνα Κουφοχρήστου, ως ελαφρά κολορατούρα, περιορίζεται αναγκαίως στη μουσική εκτέλεση των δυσχερέστατων αριών της, άθλος τον οποίο πάντως η καλλιτέχνις έφερε εις πέρας με αξιοπρεπείς και τονικά εύστοχες επιδόσεις. Ένας άωρος, αλλά υποσχόμενος Ομιλητής (Τίμος Σιρλαντζής), ένα πιπεράτο και γεμάτο προσωπικότητα τρίο κυριών της τιμής (Α. Ματθαιουδάκη, Β. Λούστα, Λ. Αγγελοπούλου), ένας βελτιωμένος, αλλά εισέτι υποτονικός Μονόστατος (Άρης Προσπαθόπουλος), μια χαριτωμένη Παπαγκένα (Κ. Πάσχου), εντυπωσιακοί αρματωμένοι (Γ. Ζωγράφος, Θ. Μωραΐτης) -ιδίως ο ηχηρός πρώτος τους) και ένα «too good to be true» τρίο -επιτέλους- πιστευτών αγοριών (Χ. Ασημακοπούλου, Μ. Πασχαλίδου, Ι. Κοκοβίκα) συνέπραξαν άρτια υπό τη νευρώδη και νευρική, αλλά ελλιπώς κομψή διεύθυνση του δυναμικού Γιώργου Πέτρου για ένα συναρπαστικό αποτέλεσμα.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0