Live τώρα    
«Φιλουμένα» στο Εθνικό / Ο καθείς και τα όπλα του
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

«Φιλουμένα» στο Εθνικό / Ο καθείς και τα όπλα του

Του Λέανδρου Πολενάκη

Το λαϊκό ιταλικό θέατρο, με βαθιές εντόπιες ρίζες, και ο καινούργιος νεορεαλιστικός κινηματογράφος συνεργάστηκαν ώστε να φιλιώσουν τη λαϊκή με τη λόγια ιταλική παράδοση, λειτουργώντας ως διπλός καθρέφτης αυτογνωσίας που διαμόρφωσε το κοινωνικό πρόσωπο της σύγχρονης, μεταπολεμικής Ιταλίας (στην Ελλάδα αντίστοιχη σύνθεση δεν είχαμε, και, ίσως και γι' αυτό, το κοινωνικό μας πρόσωπο έμεινε ένα διχασμένο προσωπείο). Ο Εντουάρντο ντε Φιλίπο είναι ένας από τους βασικούς συντελεστές αυτής της ώσμωσης. Νόθος γιος του λαϊκού θεατρανθρώπου Εντουάρντο Σκαρπέτα, συγγραφέας, ηθοποιός, σκηνοθέτης, κινηματογραφιστής, σεναριογράφος, μάστορας του ναπολιτάνικου «θεάτρου ποικιλιών», ενός είδους μεικτού, για κούκλες και για ηθοποιούς, που είναι συγχρόνως κωμωδία και δράμα, ανανέωσε την παράδοσή του πετυχαίνοντας τη μετάβαση από το «θέατρο της κούκλας» και από τα αυτοσχεδιαστικά σκετς ή μονόπρακτα του «θεάτρου ποικιλιών», σε αμιγώς θεατρικά κείμενα. Δίκαια, λοιπόν, λογίζεται σαν ένας από τους δημιουργούς του συγχρόνου ιταλικού θεάτρου, μακρινός «εξάδελφος» του Πιραντέλο και απόγονος του Σαν Σεκόντο, του Καβακιόλι, του Αντονέλι, διαπρεπών εκπροσώπων του «θεάτρου μαριονέτας».

Η «Φιλουμένα Μαρτουράνο», που έγινε δύο φορές ταινία, μια από τον Ντε Φιλίπο και μία από τον Ντε Σίκα, είναι μια γλυκόπικρη κωμωδία με έντονο το στοιχείο της κοινωνικής κριτικής, εξωστρεφής, γραμμένη «ρεαλιστικά», δηλαδή «φυσικά», χωρίς καμία προσποίηση, χωρίς μελοδραματικές εξάρσεις, χωρίς να ωραιοποιεί άκαιρα μα ούτε και να «μουντζουρώνει» άσκοπα το φαινόμενο της ζωής. «Εκείνος» και «εκείνη», το αιώνιο ανθρώπινο ζεύγος, παλεύουν διεκδικώντας ο ένας απ' τον από τον άλλο το μερίδιο ανθρώπινης ζεστασιάς, κατανόησης και στοργής που του αναλογεί. Ο καθείς και τα όπλα του («Ας πολεμούν και οι γυναίκες, αλλά με τα δικά τους όπλα» είπε ο δικός μας Ποιητής). Δύναμη και αδυναμία συγκρούονται. Ποιος νικά στο τέλος; Το έργο είναι κεντημένο, κυριολεκτικά, πάνω στον καμβά της ουσιαστικής δικαιοσύνης, που είναι ένα αίτημα λαϊκό, πανανθρώπινο, πέρα από φύλα και φυλές, τόπο ή χρόνο. Κι αυτό εξηγεί τη διαρκή δημοφιλία του. Στην Ελλάδα έχει δοθεί, από το '49 μέχρι σήμερα, πάνω από δέκα φορές, ιδωμένο κάτω από διαφορετικές σκηνοθετικές οπτικές, από κωμωδία χαρακτήρων έως φάρσα, κάποτε παιγμένο από διαμετρικά αντίθετου υποκριτικού στίγματος ηθοποιούς, χωρίς να εξαντλεί τη δυναμική του.

Στο Εθνικό Θέατρο η σκηνοθεσία του Σταμάτη Φασουλή (επιμέλεια κίνησης Αντιγόνης Γύρα), σε καλή μετάφραση του Ερρίκου Μπελιέ και θεατρική διασκευή της Ελένης Ράντου, «πλατιά» χορταστική, σαν με αμβλυγώνιο κινηματογραφικό φακό παρμένη, προσπαθεί και κατορθώνει όλα να τα «χωρέσει», το κωμικό και το δραματικό, το ρεαλιστικό και το γκροτέσκο, σε μια κινούμενη τοιχογραφία, με έντονες, πολύχρωμες εικόνες, που περνούν για να μείνουν χαραγμένες στη μνήμη.

Η Ελένη Ράντου βρίσκεται σε πλήρη υποκριτική ωριμότητα, ελέγχει τα εκφραστικά της μέσα και κοιτάζει εντός της, πλάθοντας μια έξοχη, πήλινη Φιλουμένα, εικόνα πιστή της θήλειας αδυναμίας που «τελειούται εν δυνάμει» (ίσως με λίγο περισσότερο του δέοντος τονισμένο το συναίσθημα, κυρίως όταν κοιτάζει καταπρόσωπο το κοινό. Ας το προσέξει αυτό, δεν έχει να αποδείξει τίποτα σε κανέναν). Ο Άλκης Κούρκουλος, δίπλα της, φτιάχνει ένα εκλεκτό, χειροποίητο σκεύος «κεραμεούν και φαύλο», πιστή εικόνα της δύναμης και υπεροχής του «Λατίνο» αρσενικού, που «τελειούται εν αδυναμία»... Τα δύο μέρη «του τόξου της ζωής», σε παλίντονη αρμονία... Ο Μελέτης Γεωργιάδης (Αλφρέντο Μορόζο) δίνει με λιτότατα μέσα μια μεστή και ζεστή μορφή. Η Μαρία Διακοπαναγιώτου, γνήσια κομίκα, βγάζει γέλιο αυθόρμητο. Η έμπειρη Ντίνα Αβαγιαννού και στους δύο της ρόλους (κυρία Σοριάνο και Ματρόνα), εύληπτη, σαφής. Η Βίλμα Τσακίρη (Ροζαλία)... αφοπλιστική, η Ευγενία Δημητροπούλου μια «Ντιάνα» λαμπερή. Οι Θοδωρής Φραντζέσκος, Νικόλας Μακρής, Νικόλας Αγγελής, δίνουν ως νωπογραφίες τους γιους. Οι Σταύρος Μερμήγκης, Θύμιος Κόκκας, Γιάννης Στόλας, ακριβείς στην απόδοση των μικρών, αλλά απαιτητικών τους ρόλων. Οι φωτισμοί του Μπιρμπίλη λειτουργικοί, η σκηνογραφία του Μιχάλη Παντελιδάκη, τα κοστούμια της Ντένης Βαχλιώτη κατακτούν το βλέμμα, οι μουσικές της Ναλίσα Γκριν την ακοή. Μουσική διδασκαλία της Μελίνας Παιονίδου.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0