Live τώρα    
"Έγκλημα και τιμωρία" του Ντοστογιέφσκι στο "Άνεσις" / Ανάμεσα στην ιδέα και στο πραγματικό
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

"Έγκλημα και τιμωρία" του Ντοστογιέφσκι στο "Άνεσις" / Ανάμεσα στην ιδέα και στο πραγματικό

Του Λέανδρου Πολενάκη

To «Έγκλημα και τιμωρία» για τους Έλληνες δεν χρειάζεται συστάσεις. Με περισσότερες από 25 εκδόσεις μέσα σε έναν αιώνα (1889 - 1989), διαβασμένο από ευρύτατο κοινωνικό φάσμα, αποτέλεσε, όπως όλη η ρωσική λογοτεχνία, ζωντανό κομμάτι της παιδείας μας. Ο Ντοστογιέφκι μάς μιλάει για την κοινωνική δικαιοσύνη, αλλά και για την προσωπική ευθύνη κάθε ενός από εμάς που αναλαμβάνει να αναμετρηθεί προσωπικά με το «κακό». Το μυθιστορηματικό του σύμπαν συνδέεται, γράφει ο Ζωρζ Νιβά, με την «αγορά των ιδεών» του δέκατου ένατου αιώνα: ο πολίτης πρέπει να διαλέξει, να προσχωρήσει σε μια ιδεολογική παράταξη, δηλαδή να χωριστεί από το πραγματικό, να κοπεί από την ολική ύπαρξη, να γίνει «παρτιζάνος» μιας ιδέας... Βέβαια, μπορεί να παρακάμψει το δίλημμα της εκλογής και να χωθεί σαν το ποντίκι μέσα στο «υπόγειό» του. Αυτό, σε εμάς, τους Βαλκάνιους, είναι κάτι σαν βίωμα. Το έργο του Ντοστογιέφσκι, λέει ο Ισάια Μπέρλιν, ανήκει στον κόσμο των «σκαντζόχοιρων», αυτών που έχουν μόνο μια ιδέα, αλλά μια μεγάλη ιδέα οργάνωσης του όλου, συνδεδεμένη με την αιώνια πάλη των ιδεών που έγιναν «πεποιθήσεις» και σπρώχτηκαν στην υπαρξιακή αντιμετώπιση. Ίσως η μαγεία του Ντοστογιέφσκι να γεννιέται ακριβώς από αυτό το παράδοξο. Ανάμεσα, όμως, στον κεντρικό φωτισμό και την ανεξαγόραστη έριδα των «πεπεισμένων» ανθρώπων, πώς γίνεται η επικοινωνία στον κόσμο του; Ο Ντοστογιέφσκι - δημοσιογράφος είχε βρει μια λύση διακρίνοντας τις «αφηρημένες» από τις «πραγματικές» ιδέες. Στα 1878 απευθύνει ένα γράμμα, ακόμη επίκαιρο, σε τρεις φοιτητές που τον είχαν ρωτήσει «πώς γίνεται, εμείς που προσπαθούμε να είμαστε πρωτοπόροι των επαναστάσεων να έχουμε την εκτίμηση του κόσμου;».

«Ρωτάτε κατά πόσο είσαστε εσείς υπεύθυνοι ως φοιτητές; Ιδού η απάντησή μου: κατά τη γνώμη μου δεν είσαστε καθόλου υπεύθυνοι. Ανήκετε σε αυτήν την κοινωνία που τώρα προδίνετε και που είναι πράγματι ολόκληρη ένα ψέμα. Με το να την απορρίπτετε, όμως, δεν πηγαίνετε στον κόσμο αλλά σε κάποιον 'ευρωπαϊσμό', στο εξωτικό βασίλειο ενός αφηρημένου ανθρωπισμού που δεν υπήρξε ποτέ, κοβόσαστε απ' τον κόσμο, τον περιφρονείτε, δεν ξέρετε να τον αναγνωρίσετε. Και όμως, σε αυτόν βρίσκεται όλη μας η σωτηρία» (Πηγή, περ. «Διαβάζω», αρ. 131, 1985).

Για τον Ντοστογιέφσκι, ο 19ος αιώνας είναι ο αιώνας των μεγαλόψυχων, τίμιων, αλλά αφηρημένων ιδεών. Ο ίδιος σκιαγραφεί την έλευση μιας ιδέας ολικής, εθελούσιας, εξαγνιστικής, που θα ενσωμάτωνε και θα «εξαγόραζε» όλες τις άλλες. Ο Ζωσιμάς των «Καραμαζόφ» αναφέρεται σε αυτήν. Ο Αλιόσα θα την ενσάρκωνε στη συνέχεια του μυθιστορήματος που, όμως, δεν γράφηκε.

Στο θέατρο «Άνεσις», η διασκευή - σκηνοθεσία του Γεωργιανού Λεβάν Τσουλάτζε, σε μετάφραση Χάτιας Γκόσουα, σκηνικά Σταύρου Λίτινα, κοστούμια Ηλένιας Δουλαδίρη, θέλησε να «εκλαϊκεύσει» το έργο κάνοντας τις ιδέες του προσιτές σε ευρύτερο κοινό. Πρόθεση αγαθή, αλλά νομίζω αχρείαστη, τουλάχιστον για τους καθ' ημάς θεατές που, όπως είπα πιο πάνω, διαθέτουμε, έστω και από κεκτημένη ταχύτητα σήμερα, ικανοποιητική επαφή με τις ντοστογιεφσκικές γραφές. Η «γεωργιανή» σκηνοθεσία, με τον γκροτέσκο προσανατολισμό της, έφερνε, έτσι, κάποιες φορές το έργο στα όρια της απορίας. Όπως η οπερετική σκηνή της σύγκρουσης Ραζουμίχιν - Λούζιν, όπου οι καλοί, Δημήτρης Καπετανάκος - Δημήτρης Διακοσσάβας «μονομαχούν» για τα μάτια της όμορφης και σεμνής (όντως) Ντούνιας (Σοφία Πανάγου). Ή η απόκοσμη μορφή της γριάς τοκογλύφου Αλιόνα (Δημήτρης Διακοσάββας), που διδάχθηκε σαν ατόφιο «τέρας», χωρίς ανθρώπινες ιδιότητες. Ή το εμβόλιμο, αδικαιολόγητο «αίσιο τέλος», μια εντελώς αυθαίρετη προσθήκη του σκηνοθέτη.

Οι Έλληνες ηθοποιοί, ευτυχώς, διαθέτουν εκτός από γνώση του αντικειμένου και ισχυρά αντισώματα για να αντισταθούν. Πράγμα που έκαναν «υπόγεια», φωτίζοντας το έργο με βαλκανικές ανταύγειες πυρκαγιάς. Έτσι, η Θάλεια Ματίκα έπαιξε σωστικά τη Σόνια «από τις πατούσες», σωματικά και όχι εγκεφαλικά, με ανεστραμμένη, αγγελική, κατακόρυφη αίσθηση της «πτώσης». Ο Τάσος Ιορδανίδης με άκρα λιτότητα και υποκριτική προσήνεια φωτίζει εσωτερικά, με «μαύρο φως» τις δύο όψεις, την αλαζονεία και τη συντριβή, του Ρασκόλνικωφ. Ο Μαρμελάντωφ του Θοδωρή Κατσαφάδου ένα υποκριτικό κατόρθωμα, ο Ιεροκλής Μιχαηλίδης (ανακριτής Πορφύρης Πετρόβιτς) πιάνει το «στίγμα».

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0