Του Λέανδρου Πολενάκη
Το δυτικοευρωπαϊκό «παράλογο» θέατρο, με κύριο εκπρόσωπο τον Μπέκετ, διαθέτει πρόσημο υπαρξιακό. Μέσα σε ένα ακατανόητο σύμπαν, χωρίς αρχή, μέση, τέλος, με δεσπόζουσα τη σιωπή του Θεού μετά το τέλος της δυτικής μεταφυσικής, ο άνθρωπος είναι μια μονάδα χαμένη στο διάστημα, δίχως προορισμό. Δεν υπάρχει νόημα, ύπαρξη και Ιστορία συνθλίβονται μαζί στα γρανάζια του απολύτου, γράφει ο ΄Ιαν Κοτ. Και δεν μένει στον άνθρωπο τίποτε άλλο παρά να υποδύεται τον παλιάτσο μπροστά σε έναν μηχανισμό που ο ίδιος έθεσε σε λειτουργία δίχως να μπορεί να τον σταματήσει. Επειδή το απόλυτο είναι πάντοτε ισχυρότερο του ανθρώπου. Στο κεντροευρωπαϊκό «παράλογο» θέατρο, τα πράγματα είναι κάπως αλλιώς. Οι Πολωνοί και οι Τσέχοι εκπρόσωποι του κινήματος εκκινούν από άλλη αφορμή. Λόγω των ιστορικών τους εμπειριών και της μοίρας των χωρών τους, να γίνονται κατ' επανάληψη έρμαια ισχυρών γειτόνων και να διαμελίζονται, βλέπουν την Ιστορία σαν μια παταγώδη αποτυχία, ένα μεγαλειώδες φιάσκο. Το «παράλογο» γι' αυτούς δεν είναι αφηρημένο ή ανοίκειο, έχει υπαρκτή, υλική, πραγματική βάση.
Θέλοντας να «τσακώσει την ένοχη συνείδηση του βασιλιά» ο Άμλετ, στο έργο του Σαίξπηρ, στήνει την «ποντικοπαγίδα» της θεατρικής παράστασης για να εξαναγκάσει, με τη «μίμηση πράξεως», την αλήθεια να βγει στο φως. Γίνεται αυτό, με ανεπανάληπτο θεατρικό τρόπο. Τι, όμως, συμβαίνει, αν θεωρήσουμε ότι όλα είναι φαινόμενα και ο κόσμος μια θεατρική σκηνή; Τι θα την κάνουμε, τότε, την ίδια τη φαινομενικότητα; Όταν το φάντασμα του πατέρα δεν θα είναι πια φαντασματικό; Κινδυνεύουμε να βυθιστούμε σε ένα πέλαγος αντικριστών κατόπτρων. Επειδή το «παράλογο» διαθέτει μια άτυπη δομή σχιζοφρένειας, χωρίς διέξοδο στον λόγο. Αυτό είναι το αληθινό πρόβλημα του Άμλετ, που υποδύεται τον τρελό για να διαφύγει από την «ποντικοπαγίδα». Ο «Άμλετ» με αυτήν την έννοια είναι ένα δράμα τελειωμένο, πλήρες. Δεν μπορείς να του προσθέσεις ούτε μια λέξη. Ο πολιτογραφημένος Άγγλος, Τσέχος στην πραγματικότητα, Τομ Στόπαρντ κατορθώνει, ωστόσο, το φαινομενικά ακατόρθωτο: να προσθέσει στην «ηλικία» (το ανάστημα) του Άμλετ, «πήχυν ένα». Στο έργο του προάγει τους δυο ελάσσονες, ασήμαντους, καθημερινούς χαρακτήρες σε πρωταγωνιστές. Αναλαμβάνουν πρόθυμα τους κύριους ρόλους, για να γράψουν, οι αδαείς, όπως νομίζουν, από την αρχή το έργο - Άμλετ, «τυχαία», παίζοντας ζαριές... Η απροσδιοριστία της ύπαρξης μέσα σε έναν κόσμο πολυπλοκότητας μετατρέπει, όμως, την Ιστορία σε μια καρναβαλική, εν δυνάμει τραγική φάρσα. Και έτσι μένει έκτοτε εκκρεμής μια αυτοεκπληρούμενη, δυσοίωνη προφητεία: η τελευταία ζαριά απαιτεί τα κεφάλια τους! Ή μήπως όχι; Το έργο τελειώνει μέσα σε ύποπτη σιωπή περί του όντος.
Η σκηνοθεσία του Δημήτρη Μυλωνά (κίνηση- χορογραφία Θάλειας Δήτσα), στο «Θέατρο επί Κολωνώ», στην καλή μετάφραση του Ηλία Ακριβόπουλου (επιμέλεια, δραματουργική επεξεργασία Δημήτρη Μυλωνά και Άννας Ελεφάντη), πιάνει τον μέσα πυρήνα του έργου, δίνοντάς το ως τραγική, κυκλική και ατέρμονη, καρναβαλική φάρσα της Ιστορίας. Με τα ωραία, διαχρονικά σκηνικά - κοστούμια της Δήμητρας Λιάκουρα, τους σκιώδεις φωτισμούς της Χριστίνας Θανάσουλα, τις ευρηματικές μουσικές του Παύλου Κατσιβέλη. Οι ρυθμοί καλπάζουν, το ύφος είναι μιας γόνιμης, δημιουργικής α-πορίας. Με επεξεργασμένα κομεντιάνικα στοιχεία οι Γεράσιμος Γενατάς, Γιώργος Παπαπαύλου αναδεικνύουν ένα έξοχο, κατοπτρικό, σπαραξικάρδιο, τραγικωμικό υποκριτικό δίδυμο. Θοδωρής Σκυφτούλης, Άννα Ελεφάντη, Σπύρος Χατζηαγγελάκης φτιάχνουν έναν πολύχρωμο, ισοδύναμο, αναγεννησιακό, περιπλανώμενο θίασο, από τον οποίο δεν λείπει τίποτε. Μια πλούσια ως διάνοια και όψη, πολιτικά σκεπτόμενη διαδραστική παράσταση.
*
Κλείνω το σημείωμα με την επισήμανση μιας ενδιαφέρουσας πρωτότυπης, θεατρικής πρότασης. Σε σύλληψη, σκηνοθεσία - διδασκαλία της Ελπίδας Αμίτση, δίνεται από την ομάδα ΕΝ-Α στο «Αντι - θέατρο» δραματοποιημένη, η μελέτη του «αιρετικού» ψυχαναλυτή Βίλχελμ Ράιχ «Άκου ανθρωπάκο», με τίτλο: «Homo Normalis». Το έργο, που επεξεργάζεται τη συγκινησιακή ζωή του καθημερινού, συνηθισμένου ανθρώπου, έχει ακόμη πράγματα να πει και υπηρετείται πιστά, με αυταπάρνηση, από τους: Ελπίδα Αμίτση, Αμαλία Αυγουστάκη, Ηρώ Πίκουλα, Μάγια Κώνστα, Μαρία Τσάμη.