"Ήταν το φθινόπωρο του 1985. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την απόλυτη αίσθηση του χειροποίητου που ένιωσα καθώς έπιανα στα χέρια μου αυτά τα λυτά φύλλα χαρτιού. Φθαρμένες σελίδες, γεμάτες εικονογραφικές παραστάσεις και σημειώσεις. Τα ίχνη από τη χρήση τους ήταν εμφανή: καρβουνόσκονη απλωμένη στην πίσω πλευρά του χαρτιού, διάσπαρτοι, λεκέδες, φθορές και απώλειες.
Πολλά χρόνια μετά συνειδητοποίησα πως επάνω σε αυτά τα φύλλα χαρτιού δεν είχαν μόνο αποτυπωθεί τα ίχνη από τη χρήση τους, αλλά αρχικά θα πρέπει να διατηρούνταν και τα δακτυλικά αποτυπώματα των κατόχων και των χρηστών τους. Όμως τώρα πια αυτά έχουν επικαλυφθεί από πιο σύγχρονα δακτυλικά αποτυπώματα, των συντηρητών του χαρτιού και των μελετητών τους".
Μ' αυτόν τον τρόπο περιγράφει η γνωστή βυζαντινολόγος, καθηγήτρια βυζαντινής και μεταβυζαντινής τέχνης στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας Μαρία Βασιλάκη την πρώτη της επαφή με τον περίφημο φάκελο Ανδρέα Ξυγγόπουλου του Μουσείου Μπενάκη. Μ' αυτό το υλικό δηλαδή που μελέτησε για αρκετά χρόνια και τώρα παρουσιάζεται για πρώτη φορά σε έναν καλαίσθητο τόμο με τον τίτλο "Σχέδια εργασίας των ζωγράφων μετά την Άλωση. Ο Φάκελος Ανδρέα Ξυγγόπουλου του Μουσείου Μπενάκη".
Ο Φάκελος, που φέρει το όνομα του γνωστού βυζαντινολόγου Ανδρέα Ξυγγόπουλου, "για τον λόγο ότι κληροδοτήθηκε από εκείνον στο Μουσείο Μπενάκη στις 23 Μαΐου του 1979, αποτελείται από 452 λυτά φύλλα που ήταν σχέδια εργασίας ζωγράφων εικόνων.
"Ο όρος σχέδια εργασίας που χρησιμοποίησα για να περιγράψω το περιεχόμενο του Φακέλου Ξυγγόπουλου δεν αναφέρεται σε ομοειδή, αλλά σε διαφορετικού τύπου σχέδια. Τα σχέδια αυτά στην πλειοψηφία τους είναι διάτρητα και έκτυπα ανθίβολα, όμως, φάκελος συμπληρώνεται με ζωγραφικά σχέδια και σκαριφήματα που χρονολογούνται από τον 17ο μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα.
Γιατί αυτό ακριβώς συνέβαινε με τα σχέδια αυτά περνούσαν από τον ζωγράφο στον μαθητή του: που εκείνος με τη σειρά του τα κληροδοτούσε στον δικό του μαθητή. Έτσι λοιπόν δημιουργούνταν μια αλυσίδα διαδοχής που κάλυπτε πολλούς αιώνες καλλιτεχνικής παραγωγής εικόνων, όπως ακριβώς συμβαίνει με τον Φάκελλο Ξυγγόπουλου".
Ο περίφημος Φάκελλος, ο οποίος εκδίδεται για πρώτη φορά στο σύνολό του, προσφέρει ένα πολύτιμο εργαλείο στην έρευνα των μεταβυζαντινών εικόνων, ενώ την ίδια στιγμή αποτελεί γοητευτικό ανάγνωσμα για το ευρύ κοινό. Ξεφυλλίζοντας τον τόμο ο αναγνώστης εισχωρεί κάτω από τη ζωγραφική επιφάνεια της εικόνας, είναι σαν να μπαίνει στο εργαστήρι του ζωγράφου και τον παρακολουθεί την ώρα που εκείνος, έχοντας τοποθετήσει το διάτρητο ανθίβολο πάνω στη γύψινη επιφάνεια της εικόνας, αποτυπώνει το σχέδιό της με τη βοήθεια καρβουνόσκονης.
"Ένα πολύ γνωστό εγχειρίδιο ζωγραφικής 'Η ερμηνεία της ζωγραφικής τέχνης' του Διονυσίου του εκ Φουρνά που γράφτηκε στο Άγιον Όρος ανάμεσα στο 1728 και το 1733, προσφέρει μια λεπτομερέστατη περιγραφή για το πώς μπορούσε να παραχθεί ένα ανθίβολο από την πρωτότυπη εικόνα και στη συνέχεια, αφού γινόταν διάτρητο, να χρησιμοποιηθεί για να δημιουργηθεί μια καινούργια εικόνα" λέει η Μαρία Βασιλάκη εξηγώντας τη διαδικασία που ακολουθούσε ο ζωγράφος και η οποία παρατίθεται γλαφυρά στην εισαγωγή του βιβλίου.
Η τεχνική των έκτυπων και διάτρητων ανθιβόλων εισάγεται στη βενετοκρατούμενη Κρήτη από τα εργαστήρια ζωγράφων της Ιταλίας. Οι προϋποθέσεις για τις οποίες γίνεται δημοφιλής αυτή η τεχνική στους Κρητικούς ζωγράφους είναι αφ' ενός η αθρόα παραγωγή κρητικών εικόνων, η αποκρυστάλλωση των εικονογραφικών θεμάτων της και η πλατιά κυκλοφορία του χαρτιού που εισάγεται από τους Μύλους της Ευρώπης.
"Τα έγγραφα των αρχείων της Βενετίας δίνουν πολύ σημαντικές πληροφορίες για εντυπωσιακούς αριθμούς εικόνων που παραγγέλλονται στα εργαστήρια των Κρητικών ζωγράφων από τον 15ο αιώνα και εξής. Σαν παράδειγμα μπορώ να αναφέρω τρία συμβόλαια παραγγελιών που συντάσσονται στην πρωτεύουσα της Κρήτης, τον Χάνδακα (Ηράκλειο), το καλοκαίρι του 1499, με τα οποία παραγγέλλονται 700 εικόνες της Παναγίας σε τρεις Κρητικούς ζωγράφους. Η προθεσμία παράδοσής τους είναι μόνο 40 μέρες".
Σ' αυτά τα συμβόλαια δεν αποτυπώνεται μόνο η ζήτηση που είχαν οι κρητικές εικόνες εκείνη την περίοδο, αλλά υποδηλώνεται σαφώς και η άρτια οργάνωση των εργαστηρίων του Χάνδακα. Απαραίτητο εργαλείο γι' αυτή τη διαδικασία είναι τα διάτρητα ανθίβολα. "Το γεγονός ότι παραγγελιοδότες αυτών των εικόνων ήταν δύο έμποροι έργων τέχνης, ο ένας από τη Βενετία και ο άλλος από την Πελοπόννησο, σαφώς υποδηλώνει ότι οι εικόνες προορίζονταν για την αγορά της Βενετίας ή της Ιταλίας γενικότερα".
Παρ' ότι βλέπουμε πως τα ανθίβολα αυτά προορίζονταν για μια μαζική παραγωγή, ωστόσο ο Φάκελος Ξυγγόπουλου περιέχει ανθίβολα που ταυτίζονται με σημαντικές εικόνες πολύ γνωστών Κρητικών ζωγράφων, όπως ο Μιχαήλ Δαμασκηνός, ο Εμμανουήλ Τζάνες, ο Θεόδωρος Πουλάκης κ.ά. Ως παράδειγμα η κ. Βασιλάκη αναφέρει την εικόνα του Αγίου Γεωργίου έφιππου και σκηνές από τον βίο και το μαρτύριό του, που σώζεται στην Κέρκυρα και βρίσκεται στον Φάκελο Ξυγγόπουλου, ενώ παράλληλα κοσμεί σελίδες του βιβλίου.
"Βιβλία σαν αυτό έρχονται να καταγράψουν ένα αίτημα της έρευνας σήμερα, προσπαθώντας όχι μόνο να αναλύσουν την εικονογραφία και την τεχνοτροπία μιας εικόνας, αλλά πρώτα απ' όλα να κατανοήσουν τα στάδια παραγωγής της. Ανοίγουν δηλαδή μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση γύρω από θέματα τεχνολογίας των μεταβυζαντινών εικόνων που εύχομαι να βρει πολλούς συνεχιστές".
Ο δίγλωσσος τόμος (ελληνικά, αγγλικά) εικονογραφείται από 720 εικόνες, αποτελεί συνέκδοση του Μουσείου Μπενάκη, του Ιδρύματος Λεβέντη και της Πινακοθήκης Λεβέντη στη Λευκωσία. Πωλείται προς 40,50 ευρώ.