Κατά τα φαινόμενα η μουσική ρέει στο αίμα της οικογένειας Φαληρέα καθώς τοσον ο αείμνηστος Τάσος όσο και ο αδελφός του Γρηγόρης είχαν δραστηριοποιηθεί στο χώρο της με διάφορες ιδιότητες. Η επόμενη γενεά έμελε να το κάνει ακόμα πιο ενεργά καθώς ο γιοι του δεύτερου Ορέστης και Λύσανδρος – αν και μόνον ένας τους σπούδασε κάτι σχετικό – σχημάτισαν το ιδιότυπο ντουέτο Imam Baildi. Με τον πρώτο τους δίσκο «τάραξαν τα νερά» αναγκάζοντας πολλούς να τους προσέξουν με το να «πειράξουν»| ηλεκτρονικά κλασικά λαϊκά τραγούδια και με τον δεύτερο το έκαναν ακόμα πιο ολοκληρωμένα και δημιουργικά ένα παράλληλα – και με την προσθήκη βέβαια αρκετών ακόμα μουσικών -μεταμορφώνονταν σε μία δυναμική και εξαιρετικά κεφάτη live μπάντα. Ηταν όμως ο τρίτος δίσκος των Imam Baildi (με τον απλό τίτλο «III») που κυκλοφόρησε το καλοκαίρι εκείνος που έδειξε αφενός το πόσο δημοφιλείς είναι και αφετέρου και πολύ σημαντικότερο ότι το remix έκτος από τεχνική μπορεί να είναι και...τέχνη!
Συνέντευξη στον Θάνο Μαντζάνα
Πόσο πιο διαφορετικός είναι ο τρίτος σας δίσκος από τον δεύτερο σε σχέση με το πόσο ήταν εκείνος από τον πρώτο;
Είναι δύσκολο να γίνει τέτοια σύγκριση, σε κάθε δίσκο κάνουμε κάποια βήματα. Στο δεύτερο δίσκο κινηθήκαμε προς μια πιο πειραματική/ηλεκτρονική κατεύθυνση και την ενσωμάτωση περισσότερων στιλ σε σχέση με τον πρώτο. Ο τρίτος είναι πιο ομοιογενής ως προς τον ήχο και την παραγωγή και με λιγότερες επιρροές από άλλους μουσικούς. Κάθε κομμάτι στηρίζεται σε μία βασική ιδέα, χωρίς τόσο πειραματισμό αλλά με πιο εις βάθος δουλειά και έμφαση στη λεπτομέρεια.
Είναι ίσως και η πρώτη φορά που λειτουργήσατε, έστω και σε ένα βαθμό, ως μπάντα και όχι σαν ένα δίδυμο παραγωγών και ενορχηστρωτών;
Σίγουρα συνέβη αυτό, μέσα από τις εμφανίσεις μας τα τελευταία χρόνια το συγκρότημα έχει επίσης αποκτήσει έναν διακριτό και συγκεκριμένο ήχο και θέλαμε να τον αποτυπώσουμε και στον δίσκο.
Πώς πήρατε την απόφαση να γράψετε δικά σας κομμάτια και μάλιστα όχι ορχηστρικά αλλά τραγούδια; Και από πού προήλθε η έμπνευση για τους στίχους;
Και στους προηγούμενους δίσκους είχαμε δικές μας συνθέσεις αλλά, όπως λες και εσύ, χωρίς στίχους. Το πώς και γιατί μας ήρθε να γράψουμε στίχους δεν μπορούμε να το απαντήσουμε, είναι κάτι που συνέβη αυθόρμητα. Δεν ήταν κάποιος στόχος δηλαδή τον οποίο είχαμε θέσει αλλά όταν προέκυψε η μουσική και οι στίχοι για αυτά τα κομμάτια αποφασίσαμε ότι πλέον είμαστε σε θέση να τα παρουσιάσουμε δισκογραφικά.
Πώς συνέβη να σας ανατεθούν τα δύο θέματα των τηλεοπτικών σειρών που υπάρχουν και στον δίσκο και ειδικά αυτό του «Κάτω Παρτάλι»; Ακόμα περισσότερο, πώς σκεφτήκατε να χρησιμοποιήσετε ένα τραγούδι της Σοφίας Βέμπο που είναι αρκετά μακριά από τα λαϊκά και τα ρεμπέτικα επάνω στα οποία κυρίως δουλεύατε ως τώρα;
Και τα δύο κομμάτια, το «Χωριό Μου Χωριουδάκι Μου» με τη φωνή της Βέμπο και το «Η Γυναίκα Μου Η Μουρμούρα», μας τα πρότειναν οι σκηνοθέτες των αντίστοιχων σειρών. Αντίθετα πάντως από αυτό που πιστεύεις το κομμάτι που για μας ήταν πιο μακρινό ήταν το δεύτερο, ένα τραγούδι της δεκαετίας του '60 με έντονα στοιχεία δημοτικής μουσικής παράδοσης. Με τη φωνή της Βέμπο έχουμε ήδη κάνει δύο κομμάτια στον πρώτο δίσκο και τα στοιχεία του ελαφρού τραγουδιού της εποχής μας είναι πολύ περισσότερο οικεία. Και τα δύο είναι κομμάτια που μόνοι μας δεν θα επιλέγαμε για remix, αποφασίσαμε όμως να εμπιστευτούμε το ένστικτο των σκηνοθετών και να τα δούμε με την δική τους ματιά. Αυτό τελικά λειτούργησε απελευθερωτικά για εμάςς, μπορέσαμε να τα προσεγγίσουμε με τελείως διαφορετικό τρόπο και το αποτέλεσμα ήταν ενδιαφέρον γι' αυτό και τα βάλαμε και στον δίσκο.
Πώς και γιατί αποφασίσατε να συνεργαστείτε κανονικά και «ζωντανά» με τη Μαίρη Λίντα και όχι με την μορφή samples όπως το συνηθίζατε;
Μας άρεσε πολύ το «Πού Γυρίζεις» του Μανώλη Χιώτη αλλά δεν θέλαμε να χρησιμοποιήσουμε samples από την αυθεντική ηχογράφηση γιατί ο ήχος και η ενορχήστρωση που θέλαμε δεν σχετιζόταν και τόσο με αυτήν. Έτσι ξεκινήσαμε να ξαναπαίζουμε το κομμάτι και στην πορεία σκεφτήκαμε ότι θα ήταν ενδιαφέρον να το τραγουδήσει εκ νέου η Μαίρη Λίντα. Έδωσε μια καταπληκτική ερμηνεία, κατά τη γνώμη μας ακόμα πιο συγκινητική από την παλαιά. Στη φωνή της συναντιούνται η τσαχπινιά ενός κοριτσιού με το συναίσθημα ενός ανθρώπου που τραγουδά επί πέντε δεκαετίες. Ήταν από τις πιο ωραίες στιγμές στην πορεία δημιουργίας του δίσκου.
Και πώς προέκυψε η συνεργασία με τον Εισβολέα; Δύσκολα θα περνούσε από το μυαλό κάποιου ότι οι Imam Baildi έχουν πολλά κοινά με το ελληνικό hip-hop και ιδιαίτερα με έναν από τους πιο προβεβλημένους και συζητημένους νεότερους εκπροσώπους του...
Με τον Εισβολέα έχουμε συνεργαστεί και στον δεύτερο δίσκο, στο «Αργιλέ Μου Γιατί Σβήνεις». Το στιλ του ανέκαθεν μας άρεσε γιατί αντίθετα με την πλειοψηφία όσων ραπάρουν στα ελληνικά δεν είναι επιθετικός. Επίσης, αν κανείς απομονώσει το στίχο του από το hip-hop μουσικό υπόβαθρο, θα διαπιστώσει ότι είναι πολύ κοντά στα παλαιά λαϊκά τραγούδια. Αυτό είναι που μας γοητεύει στον Εισβολέα και στο «Μυστήριο» μιλάει για τον χωρισμό και το τέλος μιας σχέσης με μοναδικό τρόπο.
Θεωρείτε ότι υπάρχει και μια πολιτική διάσταση σε αυτό που κάνετε και ειδικά σε αυτόν τον τελευταίο δίσκο; Αν ναι, τι προσπαθείτε να πείτε και, πιο συγκεκριμένα και περισσότερο, αυτή τη φορά;
Πολιτική διάσταση υπάρχει από την άποψη ότι προτείνουμε την αισθητική που θεωρούμε αξιόλογη. Και αυτή έχει έντονα ελληνικό χαρακτήρα, χωρίς διαχωριστικές γραμμές μεταξύ ας πούμε «λαϊκού» και «έντεχνου». Προσπαθούμε να δείξουμε ότι καλό είναι να μην υπάρχει διχασμός και «στρατόπεδα», τόσο σε αισθητικό όσο και σε πολιτικό/κοινωνικό επίπεδο γιατί αυτό είναι κάτι βαθιά συντηρητικό και οπισθοδρομικό. Μια θεώρηση η οποία όμως δυστυχώς ακολουθείται τόσο από την δεξιά όσο και από την αριστερά τα τελευταία χρόνια με σαφή ψηφοθηρικό στόχο.
Τα χρόνια της κρίσης έχουν αλλάξει καθόλου την οπτική σας στα πράγματα, ίσως ακόμα και τον ήχο ή την μουσική σας κατεύθυνση;
Σίγουρα, αν και είναι λίγο δύσκολο να το διαπιστώσουμε. Μην ξεχνάς ότι ουσιαστικά ξεκινήσαμε να ασχολούμαστε επαγγελματικά με την μουσική όταν ξέσπασε η κρίση οπότε δεν μπορούμε να συγκρίνουμε με το πώς ήταν τα πράγματα προ αυτής.
Ποια ήταν η αποδοχή των συναυλιών σας στο εξωτερικό και πώς σας έκανε να αισθανθείτε; Μήπως και λίγο ως...πρέσβεις της σύγχρονης ελληνικής μουσικής;
Ήταν πολύ θερμή και αυτό είναι ιδιαίτερα τιμητικό. Δεν αισθανόμαστε σαν πρέσβεις γιατί δεν είναι αυτός ο σκοπός μας αλλά βλέποντας τον βαθμό στον οποίο μπορεί η ελληνική μουσική να αγγίξει ένα διεθνές ακροατήριο αισθανόμαστε υπερήφανοι που είμαστε Έλληνες, εννοείται βέβαια χωρίς εθνικιστικά και σοβινιστικά ένστικτα. Απλά υπερήφανοι, κάτι που ξεχνάμε ή μας απαγορεύουν οι συνθήκες εντός των συνόρων...
Τι σας ικανοποιεί αλήθεια περισσότερο, η διαδικασία της παραγωγής στο στούντιο ή η σκηνική εμπειρία;
Δύο τελείως διαφορετικά πράγματα, αμφότερα έχουν τις στιγμές τους και σίγουρα οι καλές είναι μοναδικές, σχεδόν...εθιστικές!
Δεδομένης και της ιδιαιτερότητας της συγγενικής εξ αίματος σχέσης σας (που κάθε άλλο παρά ισχύει στα περισσότερα γκρουπ) θα ήθελα να σας ρωτήσω αν η αδελφική σας σχέση αλλά και η συνεργασία σας έχει γίνει ευκολότερη ή δυσκολότερη στα χρόνια που υπάρχει το συγκρότημα.
Είμαστε ετεροθαλή αδέλφια και μεγαλώσαμε σε διαφορετικά σπίτια και επίσης έχουμε διαφορά ηλικίας τεσσάρων χρόνων. Κατά συνέπεια όταν ήμαστε μικροί δεν είχαμε ιδιαίτερη επαφή και αρχίσαμε να βρισκόμαστε συχνότερα και να δουλεύουμε μαζί όταν ήμασταν γύρω στα είκοσι. Η σχέση μας επί της ουσίας διαμορφώθηκε μέσα από τη συνεργασία μας οπότε σίγουρα αν κάτι έχει συμβεί από τότε που ξεκίνησε το συγκρότημα είναι να έρθουμε πιο κοντά.
Αν μπορούσατε να γυρίσετε πίσω στο χρόνο θα επιλέγατε και πάλι το όνομα Imam Baildi ή το έχετε μετανιώσει αλλά είναι πλέον πολύ αργά για να το αλλάξετε;
Όχι, μας αρέσει ακόμα!
Με ποιο από τα ονόματα του παρελθόντος της ελληνικής μουσικής, ζωντανό ή μη, θα επιθυμούσατε πάνω απ' όλα να συνεργαστείτε αλλά δυστυχώς αυτό δεν θα συμβεί ποτέ;
Με τη Βίκυ Μοσχολιού γιατί η φωνή της στις ηχογραφήσεις έχει κάποιο χαρακτηριστικό που δεν μας κάθεται καλά όταν τη σαμπλάρουμε παρότι όταν την ακούμε συγκινούμαστε φοβερά. Με τους Ζαμπέτα, Τσιτσάνη, Χιώτη, Χατζιδάκι, την Βέμπο εννοείται. Τους περισσότερους τελικά...
Και τα επόμενα σχέδια σας, άμεσα αλλά και πιο μακροπρόθεσμα;
Από τις 6 Δεκεμβρίου θα αρχίσουμε να εμφανιζόμαστε στο πειραιώτικο «Passport» τα Σάββατα. Έχουμε πολλά καινούρια πράγματα να παρουσιάσουμε, σίγουρα τον καινούργιο δίσκο αλλά και πολλές ακόμα ιδέες που έχουν προκύψει μετά την κυκλοφορία του και φυσικά όλα τα κομμάτια των προηγούμενων που έχουν αγαπηθεί. Γενικά είμαστε πολύ χαρούμενοι γιατί παρότι παίξαμε πάρα πολύ εφέτος ξεκινάμε την καινούργια σεζόν με πολλή όρεξη και ειλικρινή διάθεση για μουσική, σαν αυτή που σε διακατέχει στα πρώτα σου βήματα και είμαστε σίγουροι ότι αυτό θα φαίνεται στις εμφανίσεις μας.
Ο Διονύσης Σαββόπουλος κάποτε είπε με μεγάλη ακρίβεια: «και όλο λέω τέλειωσα, τραγούδια πια δε βρίσκω», είναι ένα συναίσθημα που σε πιάνει συχνά. Το ευτυχές είναι ότι έχουμε ήδη ξεπεράσει τομ φόβο ότι μετά τον δίσκο δεν θα έχουμε άλλες ιδέες. Έχουμε ήδη βρει ένα καινούριο μονοπάτι που μας εξιτάρει πολύ και μας προκύπτει πολύ αβίαστα!
Είναι μάλλον τελικά αυτή η διάθεση παιχνιδιού μα και εξερεύνησης και ανακάλυψης του καινούργιου που κάνει τους Imam Baildi όχι μόνο να παραμένουν ενδιαφέροντες μα και να γίνονται όλο και περισσότερο...