Μετά λοιπόν από το «προεόρτιο» πάρτι με τον Γερμανό DJ -και κατά καιρούς συνεργάτη τους- Timo Maas που έγινε χθες το βράδυ στο Stage Volume 1, έφτασε η στιγμή για τη σημερινή συναυλία των Placebo στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας. Παρόλη τη σχετικά περασμένη εποχή (παραδοσιακά ο Αύγουστος θεωρείται κακή συναυλιακή περίοδος για την Αθήνα), μετά και από το ομολογουμένως πολύ «φτωχό» εφετινό Rockwave Festival, η εμφάνιση αυτή των Placebo δικαιολογημένα θεωρείται αν όχι η σημαντικότερη, πάντως εκείνη με τη μεγαλύτερη εν δυνάμει απήχηση του καλοκαιριού του 2014 και το γεγονός αυτό και μόνον είναι αρκετό για να αναμένεται με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον.
Έχουν περάσει ακριβώς είκοσι χρόνια από τότε που δύο τέκνα εύπορων μα και κοσμοπολίτικων οικογενειών, τα οποία γνωρίζονταν από την παιδική τους ηλικία, καθώς ήταν συμμαθητές στο ίδιο ακριβό ιδιωτικό σχολείο στο Λουξεμβούργο, ο Brian Molko και ο Stefan Olsdal, σχημάτισαν στο Λονδίνο τους Placebo. Αν και η παρουσία του δεύτερου είναι σταθερή και όντως σημαντική, από την άλλη είναι αναμφίβολο ότι ηγετική φυσιογνωμία του γκρουπ ήταν, είναι και θα είναι ο Brian Molko, βασικός συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής των τραγουδιών τους και επίσης ο κιθαρίστας που δίνει στη μουσική τους τον τόσο χαρακτηριστικό ήχο της (ο Olsdal είναι ο μπασίστας). Τους χρειάστηκαν περίπου δύο χρόνια για να καταλήξουν οριστικά στον Steve Hewitt για τη θέση του ντράμερ, αλλά από αυτό το σημείο και μετά τίποτα δεν τους εμπόδιζε από το να γίνουν ένα από τα πιο δυναμικά και ξεχωριστά power rock τρίο της δεκαετίας του '90, έχοντας ως βασική αναφορά τους τη βρετανική σκηνή του glam rock και κυρίως το ίνδαλμα -από πολλές πλευρές- του Molko, τον μέγιστο David Bowie.
Πράγματι, το «ανδρόγυνο» στυλ του Molko, ιδίως στο ξεκίνημά τους, όφειλε πολλά στην αντίστοιχη φάση του «χαμαιλέοντα» Bowie και το ίδιο ίσχυε σε μεγάλο βαθμό και για τη μουσική των τραγουδιών των Placebo, αλλά όχι και για τη θεματολογία τους, καθώς, αντίθετα με την ποικιλία εκείνης του Bowie, ο Molko λίγο-πολύ επικεντρώνεται στις διαπροσωπικές σχέσεις, τις οποίες όμως αντιμετωπίζει μέσα από μια καθαρά προσωπική του οπτική, στο πλαίσιο της οποίας η δύναμη και η ένταση -μουσική και όχι μόνο- συνυπάρχουν με την ηρεμία και η τρυφερότητα με την ψυχολογική ή και (τουλάχιστον...) λεκτική βία, σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμα και εντός του ιδίου τραγουδιού.
Αν και η ορμή του ξεκινήματός τους, αναπόφευκτα ίσως, μετά από λίγο έδωσε τη θέση της σε μιαν ωριμότητα -η οποία κάποιες φορές εκδηλώνεται και ως μανιέρα- οι Placebo από το 1996 μέχρι και το 2009 κυκλοφόρησαν έξι albums λίγο-πολύ σταθερού επιπέδου και με μόνη (αν και όχι τόσο σημαντική) αλλαγή το ότι στα τέλη του 2007 ο Steve Forrest αντικατέστησε τον Steve Hewitt στα ντραμς. Αφού μεσολάβησε μόνον ένα ζωντανά ηχογραφημένο album τo 2011, πέρυσι τον Σεπτέμβριο κυκλοφόρησε ο έβδομος κατά σειρά -μείον συλλογών κ.λπ.- δίσκος τους Loud Like Love και μέρος της παγκόσμιας περιοδείας που κάνουν γι' αυτόν είναι και το live τους στην Αθήνα. Δεν είναι ούτε καλύτερος ούτε χειρότερος από τους υπόλοιπούς τους, απλώς δίνει περισσότερη ίσως έμφαση από άλλες φορές στη μελωδία, με τον δυναμισμό όμως πάντα να υποφώσκει και περιέχει ένα τραγούδι με τίτλο «Rob A Bank» (που όμως τελικά έχει πολύ λιγότερο πολιτικό νόημα από όσο μπορεί να υποθέσει κανείς, οπότε δεν χρειάζεται καν να αναρωτιόμαστε αν γνωρίζουν σε ποιαν οικονομική, πολιτική και κοινωνική κατάσταση βρίσκεται η χώρα μας).
Να σημειώσουμε, τέλος, ότι την αποψινή συναυλία που θα πραγματοποιηθεί στην Open Air Area, δηλαδή στην ταράτσα του ΣΕΦ και θα αρχίσει στις 9.30 μ.μ. (οι πόρτες θα είναι ανοιχτές από τις 18.00) θα ανοίξει ένα από τα καλύτερα ελληνικά συγκροτήματα, που δυστυχώς δεν έχουμε τη χαρά να βλέπουμε τόσο συχνά στη σκηνή, οι τετραμελείς σε αυτή τη φάση τους Sigmatropic, και ότι πλέον η τιμή εισιτηρίου είναι, δυστυχώς, η διόλου ευκαταφρόνητη των 39 ευρώ.