Μετά την περιπέτεια ενός ηρωδειακού Ντον Τζοβάνι που θα ήταν προτιμότερο να είχε αποφευχθεί, αναμέναμε με ενδιαφέρον, αλλά και με βαθμό προϋπολογιζόμενης κόπωσης, την αναβίωση μιας απαιτητικής όπερας του Βέρντι, όπως ο Οθέλλος, στο ρωμαϊκό αμφιθέατρο της πρωτεύουσας. Με δεδομένο ότι ουδεμία παράσταση αποτελεί αντίγραφο άλλης, η κατάπληξη αυτής της σειράς ήταν η διαφορά του μουσικού αποτελέσματος ανάμεσα στις βραδιές που παρακολουθήσαμε (30 και 31/07/2014 από πλησιόχωρες θέσεις), αφού η αξιοπρεπής mise en place του Γιάννη Κόκκου δεν προκαλούσε ενοχλήσεις παρόμοιες εκείνων που είχαν προηγηθεί. Μια διαφορά που, κατά την άποψή μας, δεν δικαιολογείται σε καλλιτεχνικά γεγονότα που αξιοποιούν σημαντικές μετακλήσεις για τις ανάγκες εμβέλειας του διεθνούς Φεστιβάλ των Αθηνών, έστω και με την παραδοχή του «ελαφρυντικού» ότι η παράσταση της 30/7 επιστράτευε για μια και μόνη φορά, λόγω αλλεπάλληλων ακυρώσεων άλλων συναδέλφων του, τον επώνυμο πρωταγωνιστή του τενόρου Raymond Vary, γεγονός που αυτόχρημα την μετέτρεπε σε εγχείρημα υψηλής διακινδύνευσης τόσο για τους συμπρωταγωνιστές του όσο και για τον αρχιμουσικό.
Ήδη από την είσοδό του ο Αμερικανός έγινε δεκτός με θυμηδία δυσφορίας, αφού η ακανθώδης διακήρυξη του ήρωα «Esultate» κατέδειξε τον «λέοντα της Βενετίας» ως «βρυχώμενο μυν», απροσδόκητο μέτοικο από εξωτικό πλανήτη λυρικής φωνητικής ταυτότητας, χωρίς την αιχμή εξαγγελίας που προϋποθέτει ο συγκεκριμένος χαρακτήρας. Ο ίδιος οικονόμησε περαιτέρω τα μέσα του, ώστε να καταγράψει θετική εντύπωση στον επιθανάτιο μονόλογο «Niun mi tema». Τα προβλήματα του Οθέλλου έβρισκαν συνέχεια στον Ιάγο του διεθνούς φήμης βαρυτόνου George Gagnidze, καλλιτέχνη με εμπειρία και προδιαγραφές έργων του Βέρντι, που έμοιαζε, ωστόσο, να διέρχεται κρίση, μονόχρωμος και πληκτικός στη γραμμή του τραγουδιού, ελάχιστα ευαίσθητος στο σαιξπηρικό κείμενο, αν και ιδιοφυώς συνεπτυγμένο από τον Αρίγκο Μπόιτο. Σε παρόμοιο πλαίσιο, η παρουσία μιας τόσο ισχυρής φωνητικά και άκαμπτης ως χαρακτήρα Δυσδαιμόνας, όπως η Αλεξία Βουλγαρίδου, που έχουμε θαυμάσει ακόμη και σε περίπλοκες προσωπογραφίες, όπως της Μπλανς στους Διαλόγους Καρμηλιτισσών του Πουλένκ, μάλλον απορύθμιζε περαιτέρω τις ισορροπίες του δράματος. Και όλα αυτά με έναν μαέστρο που φαινόταν να διευθύνει ερήμην της σκηνής μιαν ορχήστρα απείθαρχη, ανομοιογενή, με συχνά τονικά ολισθήματα και μια χορωδία που αγωνιωδώς προσπαθούσε να γαντζωθεί στις επιταγές του. Ανάσα αποτέλεσαν μόνον ο πεντακάθαρος Κάσσιο του τενόρου Δήμου Φλεμοτόμου, ο κρεμώδης Λοντοβίκο του βαθυφώνου Τάσου Αποστόλου και ο ισχυρός φωνητικά και υποκριτικά Ροντερίγκο του Χαράλαμπου Αλεξανδρόπουλου. Η Εμίλια της Αντιγόνης Παπούλκα χάθηκε στη γενική σύγχυση, αναμένουμε μετάκλησή της σε κάτι περισσότερο αντιπροσωπευτικό της πορείας της.
Μετά από αυτή τη δοκιμασία, η εκ νέου ανάβασή μας στο Ηρώδειο την επομένη απαίτησε ψυχική προετοιμασία, η οποία, ευτυχώς, ανταμείφθηκε κατά τον πλέον απροσδόκητο τρόπο. Από τα πρώτα μέτρα της καταιγίδας ο ορχηστρικός ήχος ήταν ομοιογενής, συμπαγής και ακριβής, τα χάλκινα οικονομημένα και ενταγμένα στο σύνολο, η σύμπραξη με τη χορωδία υποδειγματική, απελευθερώνοντας και υποκριτικά αυτό το εκλεκτό σώμα της ΕΛΣ (σε διδασκαλία Αγαθάγγελου Γεωργακάτου και, στο παιδικό της τμήμα, της Μάτας Κατσούλη). Όσο για την ανάγνωση του μαέστρου Μιχαηλίδη, διερωτώμεθα αν δεν είχε διαδεχθεί σωσία του στο πόντιουμ: εξόχως αναλυτική, ανάγλυφη όπως αρμόζει στον ύστερο Βέρντι, δυναμική, με φωτοσκιάσεις για τα άφθονα chiaroscuri της δράσης. Πάνω απ' όλα, ανοιχτή στις προκλήσεις αυτοσχεδιασμού του επώνυμου πρωταγωνιστή Antonello Palombi, που ενσάρκωσε έναν πραγματικό Οθέλλο, λυρικοδραματικό στη φωνητική συγκρότηση, δραματουργικά βίαιο και απρόβλεπτο, με συνεχή εγρήγορση έναντι των συμπρωταγωνιστών του. Και τι συμπρωταγωνιστές: η θεία Δυσδαιμόνα της Celia Costea αποτέλεσε πραγματικό δώρο για κάθε εραστή του Βέρντι, με την έξοχη «πάστα» της μεγάλης φωνής, το ευπρόσδεκτο portamento στις ευκαιρίες καντιλένας του ρόλου, αλλά και παρουσία βασιλικής καλλονής με την αυτοκυριαρχία του πρωτοκόλλου στη σκηνή της ακρόασης της β' πράξης. Όσο για τον Ιάγο του Δημήτρη Πλατανιά, ο σπουδαίος βαρύτονος σκιαγράφησε ένα γήινο συνωμότη με συμπαθή αφετηρία συμπολεμιστή και τραγούδησε τον ρόλο με φωνή πλούσια, ομοιογενή, πραγματικής βερντιάνικης στόφας, εύκαμπτη στις στιχομυθίες της διαβολής και το «όνειρο», με ατρόμητη δραματική αποφασιστικότητα στο «κρέντο», μια μεγαλειώδης προσωπογραφία ενώπιον του σπουδαίου προκατόχου του Βασίλη Γιαννουλάκου που παρακολουθούσε από το πλάι του εδράνου των επισήμων. Προσθετικά λειτούργησαν ο δυναμικός Κάσσιο του Γιάννη Χριστόπουλου και ο εύηχος Μοντάνο του Παύλου Σαμψάκη (αξιοσημείωτη και η προσημείωση του Θεόδωρου Μωραΐτη ως κήρυκα!). Υπό την πίεση του αχανούς χώρου παρέμειναν ο πάντοτε μουσικός Πέτρος Μαγουλάς ως Λοντοβίκο και η υπεράδουσα Ινές Ζήκου ως Εμίλια, αλλά το συνολικό αποτέλεσμα παραμένει εξαιρετικό...