Συχνά στην πολιτική οι καταστάσεις τείνουν να γίνονται σουρεαλιστικές. Ένα αντιπροσωπευτικό παράδειγμα: Ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ κάθισαν δίπλα-δίπλα στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου στο Νιου Τζέρσεϊ την περασμένη εβδομάδα χαμογελώντας μπροστά στις κάμερες ως «παρουσιαστές» ενός τουρνουά που, μεταξύ άλλων, θα ήθελε να συμβολίζει την ενότητα της Βόρειας Αμερικής. Παρ’ όλα αυτά -και τα χαμόγελα...- μέσα σε λίγες ώρες η Ουάσιγκτον ανακοίνωσε νέο πακέτο δασμών κατά του Καναδά. «Ταρίφες» έως και 50% σε μεγάλο φάσμα καναδικών προϊόντων, από βιομηχανικά υλικά έως δημοφιλή καταναλωτικά προϊόντα. Όπως ήταν αναμενόμενο, η κίνηση προκάλεσε σοκ και αμηχανία στην Οτάβα. Το «συμπέρασμα» της παράδοξης εικόνας στο στάδιο του Νιου Τζέρσεϊ δεν θα μπορούσε να είναι πιο ξεκάθαρο: Η διπλωματία της εγκαρδιότητας -στην εποχή του Τραμπ- δεν εγγυάται ήρεμα νερά στις εμπορικές σχέσεις με την Αμερική.
Με μια πρώτη ματιά, η εμπορική διαμάχη των ΗΠΑ με τον βόρειο γείτονά τους δείχνει οικεία. Ο Λευκός Οίκος κατηγορεί εδώ και καιρό τον Καναδά για άδικη μεταχείριση των αμερικανικών αγαθών, ειδικά αυτοκινήτων, γαλακτοκομικών και αλκοολούχων, ενώ η Οτάβα επιμένει από την πλευρά της πως υπερασπίζεται τα νόμιμα εθνικά συμφέροντά της και τους κανόνες που διέπουν τη Συμφωνία Ηνωμένων Πολιτειών - Μεξικού - Καναδά (USMCA). Όμως, εστιάζοντας στενά στη διαμάχη για τα επιμέρους, χάνεται η ουσία. Και αυτή δεν είναι άλλη από τον ευρύτερο μετασχηματισμό που συντελείται στις εμπορικές και οικονομικές σχέσεις των δύο ιστορικών εταίρων της Βόρειας Αμερικής.
Για τους αναλυτές, η πραγματική ιστορία πίσω από την αμερικανο-καναδική εμπορική κόντρα δεν αφορά τις ποσοστώσεις στα γαλακτοκομικά, τα μπαστούνια του χόκεϊ ή ακόμα και τους ίδιους δασμούς. Αφορά τον επαναπροσδιορισμό της οικονομικής ισχύος σε έναν κόσμο όπου το εμπόριο, η βιομηχανική πολιτική, η εθνική ασφάλεια και ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός έχει γίνει σχεδόν αδύνατο να διαχωριστούν.
Μετατόπιση...
Οι εμπορικοί πόλεμοι του Τραμπ αντικατοπτρίζουν μια βαθιά μετατόπιση στην αμερικανική στρατηγική σκέψη. Στη μεταπολεμική περίοδο, η Ουάσιγκτον αποθέωνε το ελεύθερο εμπόριο χρησιμοποιώντας το ως μέσο της πολιτικής ηγεμονίας της. Ο ακρογωνιαίος λίθος της στρατηγικής της ήταν το άνοιγμα και η αλληλεπίδραση των οικονομιών για τη σύσταση και ενίσχυση συμμαχιών. Ο σημερινός ένοικος του Λευκού Οίκου -αποτυπώνοντας τη στάση μεγάλου μέρους του αμερικανικού κοινού- βλέπει τις εμπορικές συμφωνίες ως περιορισμούς, όχι ως στρατηγικά περιουσιακά στοιχεία.
Το ζητούμενο σήμερα για την Αμερική δεν είναι το ελεύθερο παγκόσμιο εμπόριο, είναι αν το ελεύθερο εμπόριο εξυπηρετεί την αμερικανική υπεροχή. Ο Καναδάς έχει γίνει το ιδανικό πεδίο δοκιμών αυτής της νέας φιλοσοφίας εθνοκεντρισμού ακριβώς επειδή είναι ο στενότερος -και γεωγραφικά εγγύτερος- οικονομικός εταίρος της Αμερικής. Λίγες διμερείς εμπορικές σχέσεις στον κόσμο είναι τόσο βαθιές και αλληλοεξαρτώμενες όσο αυτές των ΗΠΑ και του Καναδά. Οι αλυσίδες εφοδιασμού της μεταποίησης διασχίζουν τα σύνορα επανειλημμένα και σχεδόν 2 τρισεκατομμύρια δολάρια ετησίως εξαρτώνται από το διμερές εμπόριο στο πλαίσιο της USMCA. Όμως αυτή η αλληλεξάρτηση δημιουργεί μόχλευση. Επειδή ο Καναδάς εξάγει τη συντριπτική πλειονότητα των αγαθών του προς τα νότια, η Ουάσιγκτον πιστεύει ότι διαθέτει διαρθρωτικά πλεονεκτήματα που δεν έχουν άλλοι ανταγωνιστές της της, όπως η Κίνα ή η Ευρωπαϊκή Ένωση.
...και εξαναγκασμός
Συνεπώς, οι τελευταίοι δασμοί λειτουργούν λιγότερο ως τιμωρία και περισσότερο ως διαπραγμάτευση μέσω εξαναγκασμού. Αμερικανοί αξιωματούχοι αναγνωρίζουν ανοιχτά την απογοήτευσή τους για τα «αντίποινα» του Καναδά και την απροθυμία του να κάνει παραχωρήσεις σε πολιτικά ευαίσθητους τομείς για την αμερικανική οικονομία, ιδίως στις αγορές γαλακτοκομικών, στην ψηφιακή ρύθμιση και στους περιορισμούς στο αμερικανικό αλκοόλ. Ο στόχος φαίνεται να είναι να εξαναγκαστεί η Οτάβα σε μια ευρύτερη επαναδιαπραγμάτευση της βορειοαμερικανικής οικονομικής τάξης με όρους ευνοϊκότερους για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Από αυτή την οπτική γωνία ο Καναδάς δεν είναι ο τελικός στόχος αλλά το πρώτο κεφάλαιο.
Οι παρατηρητές σημειώνουν ότι ο Καναδάς γίνεται συχνά η πρώτη χώρα η οποία επηρεάζεται από τα εμπορικά μέτρα της Ουάσιγκτον πριν αυτά επιβληθούν αλλού. Δηλώσεις του Αμερικανού Εμπορικού Εκπροσώπου Τζέιμισον Γκριρ που υποδηλώνουν επιβολή περαιτέρω δασμών παγκοσμίως ενισχύουν την εντύπωση ότι η Οτάβα χρησιμεύει στις ΗΠΑ τόσο ως διαπραγματευτικός εταίρος όσο και ως «παράδειγμα προς αποφυγή» προς τους άλλους «απείθαρχους». Αν μη τι άλλο, οι ευρύτερες φιλοδοξίες της Ουάσιγκτον εκτείνονται πολύ πέραν της εξισορρόπησης των εμπορικών ισοζυγίων.
Η κυβέρνηση Τραμπ διακηρύσσει πως η παραγωγική ικανότητα της αμερικανικής βιομηχανίας αποτελεί «εξάρτημα» της εθνικής ασφάλειας. Η παραγωγή χάλυβα, αλουμινίου, ημιαγωγών, οι αλυσίδες εφοδιασμού κρίσιμων ορυκτών δεν θεωρούνται σήμερα εμπορικοί κλάδοι αλλά στρατηγικά περιουσιακά στοιχεία απαραίτητα για τον γεωπολιτικό ανταγωνισμό. Επομένως, οι δασμοί γίνονται εργαλεία πολιτικής που αποσκοπούν στο να μεταβάλλουν τον παγκόσμιο παραγωγικό άτλαντα, όχι για να εισπράττουν τελωνειακά έσοδα.
Αλλαγή ρόλων
Φυσικά, αυτή η προσέγγιση αντικατοπτρίζει παρόμοιες εξελίξεις αλλού. Για παράδειγμα, η Κίνα επιδοτεί στρατηγικές βιομηχανίες της, η Ευρώπη οργανώνει εκ νέου τη βιομηχανική παραγωγή της υπό το λάβαρο της «στρατηγικής αυτονομίας». Η επιβολή από την Κομισιόν, την Πέμπτη, προστίμου 1 δισ. δολαρίων στην Google για παραβιάσεις του Νόμου Ψηφιακών Αγορών προσθέτει ακόμα ένα κομμάτι σε αυτό το μεταβαλλόμενο παζλ εντεινόμενων ανταγωνισμών. Ακόμα και οι παραδοσιακά φιλελεύθερες οικονομίες ενστερνίζονται πλέον ανοιχτά την ιδέα της οικονομικής ανθεκτικότητας έναντι της αποτελεσματικότητας των αγορών. Η κατάληξη είναι η σταδιακή «στρατιωτικοποίηση» της οικονομικής και εμπορικής πολιτικής.
Κατά έναν ειρωνικό τρόπο, η εμπορική διαμάχη ΗΠΑ-Καναδά καταδεικνύει αυτόν τον μετασχηματισμό καθώς αφορά δύο συμμάχους του ΝΑΤΟ και όχι δύο γεωπολιτικούς αντιπάλους. Αν η Ουάσιγκτον είναι σήμερα έτοιμη να ασκήσει τη μέγιστη οικονομική πίεση σε έναν από τους στενότερους εταίρους της, αυτό σημαίνει ότι η πολιτική της συμμαχίας δεν παρέχει πλέον καμία προστασία από τον οικονομικό εθνικισμό. Η στρατηγική φιλία με την Αμερική έχει καταστεί εξαρτώμενη από την οικονομική ευθυγράμμιση μαζί της. Για την Οτάβα, η συνειδητοποίηση αυτής της νέας συνθήκης θέτει ένα δίλημμα μεγάλο και δύσκολο. Ο πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ αντιμετωπίζει αυξανόμενη εσωτερική πίεση να μην υποχωρήσει στην πίεση του Τραμπ, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι η παρατεταμένη αβεβαιότητα απειλεί τις επενδύσεις, την απασχόληση, τη βιομηχανική βάση της χώρας.
Οι ηγέτες των καναδικών επαρχιών υποστηρίζουν ανοιχτά τα αυστηρά αντίποινα, ωστόσο κάθε αντίμετρο κινδυνεύει να βαθύνει έναν κύκλο κλιμάκωσης που δεν ωφελεί καμία από τις δύο πλευρές. Όμως, πώς είναι δυνατόν να αγνοηθεί το πιο σημαντικό μάθημα που κρύβεται πίσω από αυτή την αντιπαράθεση; Στον 21ο αιώνα οι εμπορικές διαμάχες δεν διαφέρουν από εκείνες των συγκρούσεων στο τερέν της γεωπολιτικής. «Συγχωνεύονται» με ταχύτητα στο ίδιο πεδίο μάχης.
