Μάρτης του 1964. Μόλις είχα κλείσει τα οκτώ. Κυριακή. Στην πλατεία του χωριού, δίπλα από το «αριστερό καφενείο», πάρκαρε ένα πράσινο αυτοκίνητο και σε λίγο βγήκε ο βουλευτής της ΕΔΑ Μίκης Θεοδωράκης! Πανύψηλος, με ένα πελώριο χαμόγελο , πανέμορφος -«σαν τον Αϊ-Γιώργη, λίγο πιο μικρός» που θα ’λεγε και ο Μιλτιάδης Μαλακάσης-, σήκωσε το χέρι ψηλά, χαιρέτησε τον κόσμο που είχε μαζευτεί και προχώρησε για να μπει στο καφενείο. Βλέπετε, τότε απαγορεύονταν οι συγκεντρώσεις στις πλατείες των χωριών «προς αποφυγήν της έξαψης των παθών». Έτρεξα να προλάβω να περάσω την πόρτα, αλλά δεν τα κατάφερα. Τότε ανέβηκα στο ανοιχτό παράθυρο και στήθηκα εκεί. Επειδή πολύς κόσμος είχε μείνει έξω από το καφενείο, ανέβασαν τον Μίκη πάνω σ’ ένα τραπέζι για να μπορούν να τον βλέπουν όλοι. Τα μαλλιά του άγγιζαν το ταβάνι. Δεν θυμάμαι τι είπε. Το μόνο που θυμάμαι είναι η αίσθηση ότι εκείνη την ημέρα πέρασε από το χωριό η ελπίδα ότι η ζωή μας μπορεί να γίνει καλύτερη. Κι αυτή η ελπίδα είχε τα χαρακτηριστικά του Μίκη. Ήταν κι αυτή πανύψηλη και πανέμορφη...
1967. Ανήμερα της 21ης Απριλίου, ο δάσκαλος μας πήγε εκδρομή επειδή είχε κηρυχθεί δικτατορία. Στον δρόμο για το αλσύλλιο του Αϊ-Γιαννιού μαζί με άλλους δύο συμμαθητές τραγουδούσαμε τη «Μυρτιά» του Μίκη, όταν είδαμε τον δάσκαλο να τρέχει προς το μέρος μας και ασθμαίνοντας να μας ζητάει να σταματήσουμε το τραγούδι. Όταν τον ρωτήσαμε γιατί, μας απάντησε: «Απαγορεύονται τα εξωσχολικά τραγούδια».
1972. Χειμωνιάτικο βράδυ γύρω στις 8 στο καφενείο, όταν ο Γιώργος ο Μπ. μπήκε μέσα και συνωμοτικά μου σφύριξε: «Ήρθε η κασέτα»! Σηκώθηκα μαζί με τον Αποστόλη τον Μπ. και πήγαμε και οι τρεις στο σπίτι του. Ήταν τα «Τραγούδια του Αγώνα» του Μίκη. Μετά από τρεις ώρες βγήκαμε να τα τραγουδήσουμε. Όταν αρχίσαμε να τραγουδάμε το «Παιδιά, σηκωθείτε, να βγούμε στους δρόμους..», κάποια στιγμή ακούσαμε πυροβολισμούς στον αέρα. Ένας ΤΕΑτζης (Τάγματα Εθνικής Ασφαλείας) άκουσε «κομμουνιστικά τραγούδια», νόμισε ότι οι... ΕΑΜίτες κατέλαβαν το χωριό, πήρε το όπλο του και άρχισε να ρίχνει! Τόσο τρέξιμο δεν έχω ρίξει ποτέ στη ζωή μου...
1990. Ο Μίκης, υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου στην κυβέρνηση Μητσοτάκη, κι εγώ υπεύθυνος του Πολιτιστικού της εφημερίδας Πρώτη. Μια μέρα επισκέφθηκα τη γραμματέα του, τη συνάδελφο Ιωάννα Κολοβού, στο γραφείο της στη Ζαλοκώστα. Κάποια στιγμή μπήκε μέσα ο Μίκης. Άγαλμα εγώ! Τον είχα δει σε τόσες συναυλίες, αλλά πρώτη φορά τον έβλεπα από τόσο κοντά. Παίρνει ένα από τα τσιγάρα μου, δεν το ανάβει και αρχίζει να μου μιλά για τα τσιγάρα Κάμελ που μοίραζαν επί Κατοχής οι Άγγλοι στην οδό Σταδίου. Και από τα Κάμελ πήγαμε στα πούρα Αβάνας, στη γνωριμία του με τον Κάστρο και τον Τσε το 1962 στην Αβάνα. Στο τέλος της κουβέντας τού θύμισα την άφιξή του στο χωριό μου, τη Γουριά Μεσολογγίου. Τη θυμήθηκε και υποσχέθηκε πως θα έδινε μια συναυλία πάνω στη μαούνα που ήταν τότε καταμεσής του Αχελώου, για ν’ ακούνε τα τραγούδια του και οι κάτοικοι του απέναντι χωριού, της Πενταλόφου. Φυσικά η συναυλία δεν έγινε ποτέ. Άσε που ούτε και η μαούνα υπήρχε πλέον. Τη θέση της είχε πάρει η γέφυρα που ενώνει τα δυο χωριά.
1991. Υπουργείο Πολιτισμού. Συνέντευξη Τύπου για τη συναυλία που θα έδινε με την καντάτα «Κατά Σαδδουκαίων» του Μιχάλη Κατσαρού. Παρών και ο ποιητής. Όταν άρχισαν οι ερωτήσεις, πετάχτηκα: «Κύριε Κατσαρέ, στο “Έπρεπε τώρα” των Σαδδουκαίων λέτε μεταξύ άλλων: “Απάντησέ μου εσύ -η κρητική προφορά σου αντίθετη, η σταχτοπράσινη στολή σου αντίθετη-,τα σκοινιά δεν κατάλαβες στο λαιμό μας;..”. Ποιον ρωτάτε;». (Ήξερα ότι για ένα διάστημα το 1953 συγκατοικούσαν ο Κατσαρός, ο Μίκης και ο αδελφός του ο Γιάννης). Και ο Κατσαρός: «Φυσικά τον Μίκη». Έκπληκτος ο Θεοδωράκης, στρέφεται προς τον ποιητή και του λέει: «Μιχάλη, δεν μου το είπες ποτέ αυτό».
1993. Στο σπίτι του. Επιφανούς 1. Συνέντευξη για το περιοδικό D&A Spirit. Εκεί ζήτησα από τον φωτογράφο τον Δημήτρη να τον φωτογραφίσει με φόντο την Ακρόπολη. Ήθελα να έχω σε μια φωτογραφία και τα δύο μνημεία του ελληνισμού.
1998. Νοέμβριος, Πρώτο Νεκροταφείο. Κηδεία Μιχάλη Κατσαρού. Κάποια στιγμή έφτασε ο Μίκης. Προχώρησε και πήγε και κάθισε δίπλα στο λείψανο του ποιητή σχεδόν μια ολόκληρη ώρα Αμίλητος, βλοσυρός, με βλέμμα απλανές και φορτωμένος αναμνήσεις...
2021. Η επόμενη «συνάντησή» μας ήταν τη Δευτέρα 6 Σεπτεμβρίου, όταν πήγα στη Μητρόπολη Αθηνών. Να τον αποχαιρετήσω. Για πάντα...
