Στο 18ο άλμπουμ της καριέρας της με τίτλο «In Times of Dragons», η πολυγραφότατη ιέρεια της σύγχρονης πιανιστικής τραγουδοποιίας Tori Amos θέλει να δείξει ότι αξίζει να παραμείνει στον θρόνο της ή στο έντεχνα καμωμένο σύννεφό της. Ο δίσκος περιέχει ένα μπουκέτο από μελωδικές ιδέες με τις οποίες εκφράζει απτά συναισθήματα, αλλά και κάποιες σκόρπιες σκέψεις οργής για τη σύγχρονη πολιτική κατάσταση. Η Tori Amos δεν υπήρξε ποτέ φειδωλή δημιουργικά και αυτός ο μεγάλος σε διάρκεια δίσκος περιλαμβάνει στιγμές ευαισθησίας και εκλάμψεις αληθινής έμπνευσης, ενώ τα τραγούδια διαπερνά μια ευπρόσδεκτη θεατρικότητα που μερικές φορές είναι ακαταμάχητη. Όμως, η υψηλής κλάσεως εκφραστικότητα της Amos δεν συναντιέται εύκολα με τις συμβάσεις τής πολιτικά στρατευμένης τέχνης, με αποτέλεσμα να φαίνεται ότι απουσιάζει το βάθος από τα περισσότερα κομμάτια. Φυσικά τραγουδάει ακόμη σαν το εκλεπτυσμένο εξωγήινο πλάσμα που γνωρίσαμε κάποτε, αλλά από τη στιγμή που στράφηκε θεματικά προς τον χαρακτήρα του Τραμπ, η γραφή της απέκτησε μια υπερβολικά κυριολεκτική προσέγγιση και χάθηκε ο υπαινικτικός χαρακτήρας των καλύτερων στιγμών της.
Με βελούδινη αισθητική
Με τον νέο της δίσκο που ονομάζεται «Superbloom», η Jessie Ware συνεχίζει να αφήνει το στίγμα της στη σύγχρονη ποπ, η οποία μοιάζει με άχαρο τόπο γεμάτο από άχαρες παραγωγές που κανείς δεν θυμάται (ή που ντρέπεται να θυμάται) μετά από ένα διάστημα. Ο έκτος δίσκος της ακούγεται υπερβολικά αυτάρεσκος, χωρίς την αβίαστη αποπλανητική δύναμη των δύο προηγούμενων, αλλά και υπερβολικά συμβατικός. Συνολικά, ο δίσκος δεν προσπερνά την αποκαρδιωτική γυαλάδα της παραγωγής, αν και η Jessie Ware διαθέτει ακόμη την απαιτούμενη δεξιοτεχνία ώστε να αναδεικνύει τη φινετσάτη αισθητική των τραγουδιών της. Τα τελευταία χρόνια έχει υιοθετήσει πλήρως τη μεγαλοπρεπή περσόνα της ντίβας: λαμπερές, θεατρικές εμφανίσεις, υπερβολική κομψότητα και μια αίσθηση αδιάκοπης ευφορίας, προσκαλώντας τον ακροατή σε έναν κόσμο ροκοκό αισθησιασμού. Σε αντίθεση με τις εξομολογητικές ποπ σταρ που μετατρέπουν την προσωπική ζωή σε δημόσιο θέαμα, εκείνη στρέφεται στη μυθοπλαστική φαντασία. Μετά τη μεγάλη επιτυχία που γνώρισε χάρη στις κομψές, μινιμαλιστικές σόουλ μπαλάντες της, η Ware απέκτησε ένα αφοσιωμένο κοινό που μοιράζεται τόσο στους σκαπανείς της μουσικής ιστορίας όσο και στους θαμώνες των εκλεπτυσμένων wine bars. Και αυτός ο διχασμός ίσως να κόστισε, καθώς οι παραγωγοί προσπαθούν να τους ικανοποιήσουν όλους ταυτοχρόνως. Όμως, εκεί όπου πραγματικά υπερέχει το Superbloom είναι στις λαμπερές φωνητικές ερμηνείες, αλλά και στη συνολική βελούδινη αισθητική.
Με δημιουργική αυτοπεποίθηση
Το προηγούμενο άλμπουμ της Kim Gordon με τίτλο «The Collective» συνέδεε τις μπλαζέ ερμηνείες της με το προκλητικό χιούμορ και τις εκρήξεις βιομηχανικού θορύβου. Το φετινό «PLAY ME» συνεχίζει πάνω σε αυτή τη γραμμή, αφήνοντας όμως τις κιθάρες κατά μέρος. Μπορεί να μην βγαίνουν όλα τα στοιχήματα, αλλά στις καλύτερες στιγμές του ο δίσκος αποτελεί έναν ακαταμάχητο συνδυασμό ψυχρής γοητείας, θορύβου και υπόγειας μελωδικότητας. Η Gordon ανέκαθεν στόχευε στις ανασφάλειες της εύθραυστης ανδρικής ματαιοδοξίας, όμως εδώ μοιάζει να επιτίθεται χωρίς δισταγμό. Σε άλλα σημεία, ο δίσκος καταγράφει μελαγχολικά τα αδιέξοδα μιας εποχής όπου βασικές υποσχέσεις ζωής μοιάζουν πια άπιαστες. Στο τραγούδι «Subcon», η Gordon σαρκάζει έναν ακόμη μεγαλομανή τεχνοκράτη που ονειρεύεται να αποικίσει τον Άρη, ενώ παράλληλα σχολιάζει τις ανάγκες που έχουν μετατραπεί σε άπιαστα όνειρα, όπως η απόκτηση κατοικίας. Με διάρκεια που δεν ξεπερνά τα τριάντα λεπτά, το «PLAY ME» διαθέτει την ακατέργαστη αμεσότητα μιας καλλιτέχνιδας που πειραματίζεται στο απόγειο της δημιουργικής της αυτοπεποίθησης. Και κάπου εκεί βρίσκεται η ανισότητα του δίσκου, ο οποίος ενώ δεν προσφέρει κανένα πραγματικά σημαντικό τραγούδι, αντανακλά με ειρωνεία μοντέρνους αστικούς παραλογισμούς.
