Τυπικά οι Shiny Darkness είναι ένα γαλλικό συγκρότημα αλλά μάλλον θα ήταν πιο σωστό να πούμε ότι είναι ένα ευρωπαϊκό συγκρότημα με έδρα τη Γαλλία και συγκεκριμένα την πόλη Λιλ. Αποτελούνται από δύο Γάλλους, τον τραγουδιστή και βασικό συνθέτη Olivier Jacques και τον κιμπορντίστα Sébastien Deruwez, την Ελληνίδα μπασίστρια και κιμπορντίστρια Κατερίνα Πανταζή και ενώ για μεγάλο διάστημα ήταν τρίο μετά την αποχώρηση του δεύτερου και επίσης Γάλλου κιμπορντίστα σχετικά πρόσφατα έγιναν και πάλι κουαρτέτο με την προσθήκη ενός Ιταλού κιθαρίστα.
Οι Shiny Darkness σχηματίστηκαν λίγο μετά από τις αρχές της οικονομικής κρίσης και με αρχή το 2011 έχουν μια εκτενή δισκογραφία με έντεκα μέχρι τώρα albums (συν μια «ανακεφαλαιωτική» συλλογή) και αρκετά singles. Κεντρική θέση στον ήχο τος έχουν τα ηλεκτρονικά όργανα, κυρίως τα παλαιότερα αναλογικά synthesizers αλλά και τα πιο σύγχρονα ψηφιακά ή ακόμα και τα software και επίσης τα ρυθμικά μέρη να προέρχονται εξολοκλήρου από ηλεκτρονικές ηχητικές πηγές, δεν είναι άλλωστε καθόλου συμπτωματικό ότι διοργανώνουν στην Λιλ ένα ετήσιο φεστιβάλ διήμερης διάρκειας με το πολύ απλό όνομα «Synth». Εκτός από τη Γαλλία δραστηριοποιούνται και σε άλλες χώρες του ευρωπαϊκού νότου, Ελλάδα, Ιταλία και Ισπανία αλλά και τη Γερμανία και τη Βρετανία.
Το ένατο κατά σειρά album των Shiny Darkness «Megaspeech» που είναι και η πλέον ώριμη εργασία τους κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό. Στο πλαίσιο της προώθησης του στα μέσα Απριλίου βρέθηκαν στην Αθήνα για μια συναυλία στο «Death Disco» με support κάποιους «ομοϊδεάτες» τους, το ημέτερο ηλεκτρονικό δίδυμο Synth-A.
Η βασική αναφορά των Shiny Darkness είναι μία αλλά ευρύτατη, οι απαρχές αυτού που αργότερα θα ονομαζόταν electronica στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’80 με τις ρίζες του στο τέλος εκείνης του ’70. Από την πιο mainstream εκδοχή των πρωτοπόρων Cabaret Voltaire και την υπόλοιπη περισσότερο ή λιγότερο πειραματική αγγλική ηλεκτρονική σκηνή και το επίσης αγγλικό σύντομο ρεύμα του electro μέχρι την επονομαζόμενη electropop, τόσο με τα περισσότερο – όπως οι Human League και ακόμα πιο πολύ οι Depeche Mode – όσο και με τα λιγότερο γνωστά ονόματα της αλλά ακόμα και μακρινοί απόηχοι από το χορευτικό ύφος εμπορικών ονομάτων όπως η Madonna, μια σύνοψη αυτών και πολλών άλλων αποτελεί το μουσικό σύμπαν τους. Πέραν όμως από αυτό σαφέστατα αποτίουν φόρος τιμής στο λεγόμενο dark wave της ίδιας περιόδου, έναν όρο που κάλυπτε τόσο ηλεκτρονικά ονόματα όσο και του post punk/new wave όπως οι Joy Division και η μετεξέλιξη τους σε New Order, οι Cure και οι Sound, ακόμα και στον «goth» ήχο των Sisters Of Mercy στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’80.

Το ότι όλο αυτό το underground ρεύμα άνθησε εκείνη την περίοδο δεν ήταν καθόλου συμπτωματικό. Με τον Ρέιγκαν πρόεδρο στις ΗΠΑ να απειλεί την ΕΣΣΔ με τον «πόλεμο των άστρων» και την Θάτσερ στην Αγγλία να τον υποστηρίζει ενώ και η απέναντι πλευρά ανέβαζε τους τόνους ο ψυχρός πόλεμος έγινε ξαφνικά τόσο αισθητός και έντονος όσο και στη δεκαετία του ΄60. Η προσπάθεια του Γκορμπατσόφ με την περεστρόικα να κάνει λιγότερο απολυταρχικό το σοβιετικό καθεστώς εντέλει υπονομεύθηκε εκ των έσω και η κατάσταση εκτονώθηκε με τον ψυχρό πόλεμο να τερματίζεται με την πτώση του «υπαρκτού» σοσιαλισμού, αρχικά στην τότε ΕΣΣΔ το ’89 και στη συνέχεια στις υπόλοιπες ανάλογες ανατολικές χώρες.
Παράλληλα η υψηλή φορολόγηση της μεσαίας τάξης στις ΗΠΑ από τον Ρέιγκαν και το ανάλογο TINA της Θάτσερ στη Βρετανία φτωχοποιούσαν μεγάλα τμήματα του πληθυσμού ενώ αξιοσημείωτα στην υπόλοιπη Ευρώπη – πλην των ανατολικών χωρών φυσικά – το συνολικό βιοτικό επίπεδο βελτιωνόταν αργά μα σταθερά. Αν και η δεκαετία του ΄90 ξεκίνησε με τον πρώτο «πόλεμο της νέας εποχής», τον πρώτο του Κόλπου, η συνέχεια της με την διεύρυνση και ταυτόχρονα την μερική έστω θεσμική σύσφιξη της ΕΕ και την έλευση του κοινού νομίσματος ευρώ στη συνέχεια, μαζί με τις πολιτικές προεκτάσεις της οικονομικής παγκοσμιοποίησης, δημιούργησαν την ψευδαίσθηση έστω μιας καλύτερης εποχής συνολικά για τον δυτικό κόσμο. Ελπίδα βέβαια που κατέρρευσε με εκκωφαντικό θόρυβο με την πτώση των Δίδυμων Πύργων το 2001, όταν ο ανεξέλεγκτος παράγοντας «τρομοκρατία» αναδείχθηκε με τόσο έντονο και επώδυνο τρόπο.
Δυστυχώς περίπου σαράντα χρόνια μετά την ύστερη περίοδο του ψυχρού πολέμου η Ιστορία έκανε κύκλο και έχουμε μια ιδιότυπη αναβίωση του με διαφορετικές συνθήκες. Δύο άτυποι δικτάτορες με προσωπικότητες και συντηρητικές απόψεις που μοιάζουν πολύ, Τραμπ και Πούτιν αντίστοιχα, στις ηγεσίες ΗΠΑ και Ρωσίας να βρίσκονται σε υπολανθάνοντα ανταγωνισμό μεταξύ τους, ο νέος ισχυρός γεωπολιτικός παίκτης που λέγεται Κίνα και η παρατεταμένη διεθνής οικονομική κρίση την οποία διαδέχθηκε η υγιεινομική του κόβιντ και μετά εκείνες των πολέμων στην Ουκρανία και τώρα στο Ιράν έχουν κάνει ακόμα μεγαλύτερες τις ανισότητες, καθιστώντας πλουσιότερη μια πολύ μικρή μειονότητα ενώ αντίστοιχα η ζωή της συντριπτικής πλειονότητας των πληθυσμών έχει γίνει κατά πολύ δυσκολότερη από τον ασφυκτικό συνδυασμό χαμηλών εισοδημάτων και γενικευμένης ακρίβειας.
Δεν είναι παράξενο λοιπόν ότι οι Shiny Darkness αγαπούν τόσο και επιστρέφουν στο ύφος αλλά και τον ήχο μιας εποχής που έχει πολύ περισσότερα κοινά με την σημερινή από όσο μπορεί να φαίνεται. Οι αιχμηροί «μηχανικοί» ρυθμοί, οι ελλειπτικές μελωδίες και οι σκοτεινές, συχνά ακόμα και «δυσοίωνες» ατμόσφαιρες - με τα χαρακτηριστικά φωνητικά μιας πλειάδας ερμηνευτών και ερμηνευτριών να τις χρωματίζουν σαγηνευτικά - των δέκα τραγουδιών του «Megaspeech» είναι μια ευφυής, νευρική αλλά και οξυδερκής και σαφώς καλαίσθητη αντίδραση στη νέα δυστοπία του πρώτου τετάρτου του εικοστού πρώτου αιώνα. Ακόμα και οι δύο διασκευές που περιλαμβάνονται εντάσσονται σε αυτό το πλαίσιο «εσωτερικής διαμαρτυρίας», το κλασικό πλέον blues «I'd Rather Go Blind» που μετά την πρωτότυπη εκτέλεση του από την Etta James ερμήνευσαν πολλοί/ές άλλοι και άλλες θα μπορούσε και να έχει την έννοια του «αν κοιτάξεις για πολύ την άβυσσο θα σε καταπιεί» ενώ το «Bigmouth Strikes Again» των Smiths μπορεί πολύ ωραία να απευθύνεται στον Τραμπ αλλά και στα πολλά φερέφωνα όπως και στους επίδοξους μιμητές του.
Αν το καλοσκεφτούμε άλλωστε ίσως αυτό ακριβώς να δείχνει και η αντίφαση, ακόμα και οξύμωρο, του ονόματος Shiny Darkness (Λαμπερό Σκοτάδι). Όχι δηλαδή μια «ψυχαναγκαστική» αισιοδοξία αλλά την απλά ρεαλιστική ακλόνητη πεποίθηση ότι πάντα το πιο βαθύ σκοτάδι της νύχτας ακολουθεί το φως της αυγής.