Χαμηλόφωνος, εξαιρετικά ταπεινός, πλησίαζε τη μουσική με βαθιά συναισθηματική ένταση που ταξίδευε τους ακροατές της σε υψηλή συνειδητότητα. Παρά τη φήμη του ως ένας ανανεωτής της avant-garde μουσικής, ο Pharoah προτιμούσε να παραμένει ένας αφοσιωμένος «εργάτης» μιας μουσικής που δημιουργούσε ήχους ψυχωμένους, εγκάρδιους. Ο γεννημένος ως Φάρελ Σάντερς υιοθέτησε το μοναδικό όνομα Pharoah Sanders. Είχε έρθει στη Νέα Υόρκη μετά από μια νεανική ηλικία στο Λιτλ Ροκ του Αρκάνσας, όπου και οι δύο γονείς του ήταν δάσκαλοι της μουσικής. Έπαιξε σε συναυλίες blues στην πόλη του και, αμέσως μετά το Λύκειο, φοίτησε στο Oakland Junior College του Σαν Φρανσίσκο, όπου συνεργάστηκε με τον έμπειρο σαξοφωνίστα Dewey Redman.

Η κοσμική εμπειρία του θείου
Ο Pharoah Sanders πέθανε στις 24 Σεπτεμβρίου 2022 σε ηλικία 81 ετών και παρά τον πλούτο του υλικού που μας άφησε, νιώθω το ίδιο συναίσθημα που ένιωσα όταν έφυγε από τη ζωή ο Λέοναρντ Κοέν. Ανάπαυλα στις δύσκολες στιγμές, πρόκληση σε περιόδους εφησυχασμού, υποστήριξη όταν ο κόσμος σού γυρίζει την πλάτη, η φωνή του -το σαξόφωνο- ήταν ένα δώρο, ένας ήχος που μιλούσε με ανεξήγητη οικειότητα. Στη διάρκεια της καριέρας του, που διήρκεσε πάνω από 60 χρόνια, οδήγησε την τζαζ μέσα από «μόδες» και εναλλασσόμενα κοινωνικά τοπία, ως ένα βιωματικό βάλσαμο.
Η πνευματικότητα ήταν το βασικό συστατικό της μουσικής του Sanders. Σε όλες τις ακατάστατες, χαρούμενες, σπαρακτικές στιγμές της μιλούσε για τη διασταύρωση της μουσικής, του θείου και της «κοσμικής εμπειρίας» του. Γνωστός για την πολυφωνική προσέγγιση στην τεχνική του σαξόφωνου, η μουσική του ήταν καθηλωτική, όπως των συγχρόνων του John Coltrane, Ornette Coleman και Albert Ayler.

Μνημεία μουσικής ιδιοφυΐας
Από το 1963 σχημάτισε το δικό του συγκρότημα το οποίο περιλάμβανε τον πιανίστα John Hicks, τον ντράμερ Billy Higgins (του free jazz συνόλου του Ornette Coleman) και τον μπασίστα Wilbur Ware. Αυτό είδε ο John Coltrane -στο κλαμπ Village Gate- και, στα τέλη του 1964, ζήτησε από τον Ph. Sanders να γίνει μέλος της μπάντας του.
Στο ξεκίνημά του, ο μεγάλος φίλος του Sun Ra του παρείχε ρούχα και ένα μέρος για να ζήσει. Του χάρισε επίσης το όνομα «Φαραώ» για να ξεχωρίζει. Σύντομα έπαιζε με τον John Coltrane και δούλευε για να διαμορφώσει τον ήχο, που υιοθέτησε στις δικές του συνθέσεις. Παρόλο δε που ήταν περιτριγυρισμένος από αμέτρητα μουσικά είδωλα, επέμεινε ν’ ανακαλύψει τι σήμαινε για αυτόν η τζαζ. Το ντεμπούτο άλμπουμ του «Pharoah’s First», που κυκλοφόρησε το 1965, ήταν αξιοσημείωτο μεν, αλλά δεν αντιπροσώπευε τη μουσική του όπως την είχε στο μυαλό του.
Υπέγραψε συμβόλαιο με την Impulse! το 1966 και ήταν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου που μπόρεσε να βρει τον ήχο που είχε φανταστεί. Το δεύτερο άλμπουμ του, «Tauhid», κυκλοφόρησε την επόμενη χρονιά και εδραίωσε τη φήμη του ως ένας από τους κορυφαίους καινοτόμους της τζαζ. Δύο χρόνια αργότερα κυκλοφόρησε το «Karma», ένα μνημείο για τις αναζωογονητικές ιδιότητες της μουσικής ιδιοφυΐας του. Θα συνέχιζε με το «Deaf Dumb Blind» του ’70 και το Thembi του ’71, επεκτείνοντας τα όρια των παραδόσεων της τζαζ, δημιουργώντας εντελώς νέες.
Μια ανέμπνευστη δεκαετία
Και μετά φτάνουμε στη δεκαετία του ’80: μια ερημιά για πολλούς καλλιτέχνες που προσπαθούσαν να προσκολληθούν σε βαρετές, τεχνητές μουσικές μόδες. Αλλά για τον Pharoah Sanders ήταν μια ευκαιρία να παρουσιάσει το είδος της τζαζ που επηρέασε μια ολόκληρη γενιά, η οποία δεχόταν επίθεση από εταιρικές διαφημίσεις και ποπ ή ροκ συγκροτήματα, σχεδιασμένα από επιτροπές και διοικητικά συμβούλια εταιριών. Και όπως ήταν αναμενόμενο, ήταν μια πρόκληση την οποία ξεπέρασε μελετώντας την εξελικτική πορεία της τζαζ. Το «Rejoice» του 1981 ήταν μια δήλωση προθέσεων, ένα «fuck!» σε όσους ένιωθαν απαραίτητο να συμβιβάσουν τη δημιουργικότητά τους για να προσελκύσουν μιαν ευρύτερη μουσική αγορά πιθανών θαυμαστών-καταναλωτών. Αυτή η εποχή της καριέρας του έφτασε στο αποκορύφωμά της με το «Africa» του ’87, μια προσθήκη στον κανόνα που επικύρωσε τη σημασία του είδους και του ίδιου του Pharoah. «Το Moon Child» του 1989 ήταν επίσης μια ευπρόσδεκτη απόσπαση της προσοχής από το θέαμα των mainstream μουσικών υπολειμμάτων που είχαν γεμίσει τα ραδιοφωνικά κύματα και τα δισκοπωλεία σε όλη αυτή την ανέμπνευστη δεκαετία.
Ήταν όλοι τους εκεί
Η δεκαετία του 1990 ήταν επίσης μια δημιουργική μαύρη τρύπα για το είδος, εκτός αν ήξερες πού να ψάξεις. Αλλά ο Sanders προσέφερε το «Crescent» και το «Ballads of Love», ως απόδειξη ότι εξακολουθούσε να είναι επιδέξιος στο να κινείται εντός και εκτός ορίων, εξαιρετικές «προσθήκες» σε μια λαμπρή καριέρα. Και τώρα η φωνή του έχει χαθεί κι εγώ αναλογίζομαι ότι δεν θα τον ακούσω ποτέ να παίζει αυτοπροσώπως, όπως εκείνο το καλοκαιρινό βράδυ του 1979, στο υπέροχο Northsea Jazz Festival στην ολλανδική Χάγη. Ήταν όλοι τους εκεί, ακόμα ζωντανοί, στην κορύφωση της πιο δημιουργικής μεταπολεμικής περιόδου της μουσικής τέχνης του αυτοσχεδιασμού.
