Συμβαίνει να καλείται σχολιαστής, όπως εμβαθύνει σε φαινομενικά ετερόκλητη σύμπραξη εν όψει ενός -εκ πρώτης όψεως- απροσδόκητα επιτυχούς αποτελέσματος. Ως παραδειγματική παρόμοιας ευφρόσυνης αμηχανίας αξιολογούμε τη συναυλία της 23ης Ιανουαρίου, με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών υπό τη μουσική διεύθυνση του νεαρού Λατινοαμερικανού Rodolfo Barráez να συμπράττει ιδεωδώς με μιαν από τις διακριτικότερες καλλιτέχνιδες του πιάνου, την Ελισάβετ Κουναλάκη, που αυτή της η επίδοση υπαγορεύει την επείγουσα συνέχειά της. Το εκ πρώτης όψεως παράδοξο της όσμωσης καλλιτεχνών με τόσο διαφορετική προέλευση βρίσκει μολαταύτα την απάντησή του στις εκπαιδευτικές καταβολές εκατέρου, του Βενεζουελανού νεοσσού από το περιώνυμο «El Systema» της χώρας του, που έχει δημιουργήσει εθνική σχολή διεύθυνσης της ορχήστρας, και της Ελληνίδας από τη γαλλική εκείνη ομοτέχνων της θρυλικού κύρους, όπως η Yvonne Lefébure, η Thérèse Dussaut και η France Clidat (συγκρατούμε τρυφερά την ανάμνηση αθηναϊκής διδακτικής της εμφάνισης).
Με χαρακτηριστικά ιερατικό τέμπο εγκαινιάσθηκε η σύντομη εισαγωγή της σκηνικής μουσικής του L.v.Beethoven για το θεατρικό έργο «Τα Πλάσματα του Προμηθέως», με επέλαση εύκαμπτου δραματικού σφρίγους για την μετάπτωση στο επίκεντρο της σύνθεσης. Πεντακάθαρη ατάκα, εξαιρετικός έλεγχος των ηχητικών αναλογιών στον εσωτερικό διάλογο των ομάδων της ΚΟΑ, με το δράμα ευπροσήγορα οικονομημένο σε ευπρόσδεκτα κλασικές διαστάσεις.
Ένα ορεκτικό curtain raiser για το -εκδοτικά- 2ο κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα του ιδίου, που ο Μπαράες και η σολίστ του αρνήθηκαν να διαχειρισθούν ως το έλασσον των πέντε. Η μπετοβενική έξαψη αναδείχθηκε εξαρχής χωρίς απειθαρχίες και η εκτύλιξη του allegro con brio βρήκε το πόντιουμ να διαλέγεται υποστηρικτικά με το κλασικά διαυγές και αριστοκρατικό toucher της Κουναλάκη, που υπηρέτησε με αδρή όσο και κομψή μουσικότητα ένα υποκείμενο βάθος, το οποίο η ίδια και ο μαέστρος απέδωσαν στη μουσική. Οι ευσταθείς ισορροπίες επιβεβαιώθηκαν και στο adagio, που υπηρέτησε ένα χαρακτηριστικά μπετοβενικό διαμέτρημα χωρίς ρομαντικούς σολοικισμούς και ανακοπές της αγωγικής ροής. Η ίδια εξαίρετη διαλεκτική διείσδυση στην παρτιτούρα έστεψε και το χορευτικό rondo, με τον δυναμισμό να μην αντιστρατεύεται τη διαύγεια της άρθρωσης και τη μουσικότητα της φραστικής. Εν ολίγοις, εκτέλεση «που τα είχε όλα», η ωραιότερη της μακράς συναυλιακής εμπειρίας μας...
Αποκαλυπτική υπήρξε όμως, μετά το διάλειμμα, και η επίδοση του «ξένου» μας, παρεμπιπτόντως αρωγού του ελληνικού «El Sistema», και για την εκτενή επιλογή από το μπαλέτο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Sergei Prokofieff, που ολοκλήρωσε πυρετωδώς την αξιομνημόνευτη συναυλία, με φανταστικό επίπεδο ήδη από τους «Καπουλέτους και Μοντέκους», που υπηρετήθηκαν με τοσκανίνειο νεύρο. Θαυμάσαμε την άδουσα ποιότητα της φραστικής, ενδεικτικά την «υγρή» οργανική φιληδονία για τη «Νεαρή Ιουλιέτα», την εκπληκτική ρευστότητα της μπαγκέτας στον «Χορό» της 2ης σουίτας, την ανάγλυφη παραστατικότητα στην ενόργανη διαγραφή χαρακτήρων και καταστάσεων («Μάσκες»), τη μυστικά μυριόστομη «Σκηνή του Μπαλκονιού», με απίστευτες επιδόσεις της ΚΟΑ, την μπαλετική ελαφράδα στην αρχική φάση και την ισχύ της μετάπτωσης για τον «Θάνατο τού Τυβάλδου»...
