ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ΒΙΔΑΛΗ*
Η επικοινωνιακή αξιοποίηση της υπόθεσης των εγκλημάτων κατά των μελών της Χρυσής Αυγής αποτελεί ένα μέσον υπόγειας προώθησης της περίφημης «θεωρίας των δύο άκρων», μέσα από μια τεχνική που δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστη και η οποία διαρθρώνεται κατ΄αρχήν σε πέντε άξονες:
1. Αποπολιτικοποίηση του γεγονότος και της πολιτικής ταυτότητας των θυμάτων: Εμφάσεις στην εργατικότητα και στην καλοσύνη των θυμάτων και αφηγήσεις που θεωρούν ότι τα θύματα περίπου παρασύρθηκαν κατά τη στρατολόγησή τους στο κόμμα αυτό, όσο συμπαθείς και αν είναι, αξιοποιούνται για την επικράτηση της άποψης περί τυφλού κτυπήματος. Συσκοτίζεται έτσι η θέση των θυμάτων στο σύστημα Χρυσή Αυγή (ενεργά μέλη με καθήκον περιφρούρησης εκδηλώσεων) και επιπλέον «ουδετεροποιείται» η ιδεολογική ταυτότητα του κόμματος.
2. Υπερπροβολή τού καθαρά αστυνομικού μέρους της υπόθεσης, δηλαδή της επιχειρησιακής-τεχνικής αποτελεσματικότητας των δραστών. Οι δράστες ανάγονται σε κάτι το εξαιρετικά αποτελεσματικό και φοβερό, με συνέπεια να ενσπείρεται φόβος στους ήδη ανασφαλείς πολίτες, να συσκοτίζονται διαστάσεις της υπόθεσης σχετικά με τις κοινωνικές διεργασίες, αιτίες και σχέσεις που οδηγούν στην τρομοκρατία, να υποβαθμίζεται η πολιτική και συμβολική σημασία των επιθέσεων για την ίδια την ανάπτυξη των οργανώσεων της Χρυσής Αυγής. Έτσι, εύκολα η Χρυσή Αυγή καταλαμβάνει τη θέση του θύματος και, κατά συνέπεια, η συζήτηση για τον τρόπο λειτουργίας και δράσης της περνάει σε δεύτερο επίπεδο.
3. Υποτίμηση του ουσιαστικού προβλήματος που συνδέεται με τη δράση της Χρυσής Αυγής, δηλαδή της διάδοσης ενός πολιτισμού βίας και μισαλλοδοξίας, μέσω του οποίου τα μέλη της «διαπαιδαγωγούνται» στην αναγκαιότητα και στις πρακτικές βίας, στην καλλιέργεια της ιδέας του πολέμου κατά του «άλλου» και στην αναγωγή του παραλογισμού σε πολιτική πράξη: πρόκειται για έναν πολιτισμό που η επίσημη Πολιτεία στήριξε διά της ανοχής της και στον οποίο μετείχαν τα θύματα.
Εξαίρεση σε όλο αυτό το «μιντιακό θέατρο», οι τραγικοί γονείς των θυμάτων, η πίκρα και οι ψύχραιμες επικλήσεις τους.
4. Τοποθέτηση των εγκλημάτων αυτών εκτός κοινωνικού τους πλαισίου, δηλαδή έξω από τους όρους κοινωνικής αναπαραγωγής της βίας που επικρατούν στα προάστια της Αθήνας. Παρά τις αντίθετες επίσημες θέσεις, είναι φρόνιμο να αναγνωρίσουμε την ύπαρξη της βίας στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Να αναγνωρίσουμε, δηλαδή, ότι οι ίδιες οι συνθήκες που επικρατούν στα προάστια της Αθήνας είναι βίαιες, έστω και αν δεν σχετίζονται πάντα με όπλα, αλλά με συνθήκες διαβίωσης, κοινωνικές ανάγκες και βιώματα κοινωνικών εκβιαστικών σχέσεων. Η αντίφαση ανάμεσα στην επίσημη καταδίκη της βίας και στην καθημερινή ιδεολογική και αντικειμενική εξοικείωση με αυτήν διέπει τις σχέσεις των ανθρώπων και τις επηρεάζει εισάγοντας λογικές πολέμου στην καθημερινότητα. Η σιωπή γύρω από αυτές τις συνθήκες και τη διαχείρισή τους από την εξουσία μετατοπίζει το πρόβλημα της τρομοκρατίας και του νεοναζισμού στον χώρο του ακατανόητου και του εξω-πραγματικού και εξομοιώνει τις διεργασίες που τα παράγουν εστιάζοντας μόνον στην αστυνομική τους πτυχή. Πρόκειται για τυπικά χαρακτηριστικά του νεοφιλελευθερισμού.
5. Ανάδειξη νέων κινδύνων, ακόμα πιο τρομερών και από την τρομοκρατία, οι οποίοι αποδιαρθρώνουν τα δημοκρατικά ανακλαστικά της κοινωνίας. Πρόκειται για την καλλιέργεια της ιδέας περί ενός επικείμενου χάους, με άξονα πάντα τη θεωρία των δύο άκρων, που θα οδηγήσει σε εμφύλιο. Έτσι, αφενός, ενισχύεται η στόχευση της σημερινής μορφής τρομοκρατίας (το χάος), αφετέρου, καλλιεργείται ο φόβος ενός επικείμενου εμφυλίου. Είναι, όντως, αυτή η νέα απειλή ή πρόκειται για ένα ακόμα επικοινωνιακό παιχνίδι πειθάρχησης των κοινωνικών αντιδράσεων, ένα ιδιότυπο «δόγμα του σοκ» με απρόβλεπτες συνέπειες;
Προκύπτει από τα προηγούμενα ότι η επικοινωνιακή διαχείριση της οργανωμένης βίας είναι το ίδιο σχεδόν επικίνδυνη με την ίδια τη βία, επειδή μεταβάλλει μια δομική ιδιότητα των ΜΜΕ, που αποτέλεσε συστατικό της μαζικής Δημοκρατίας, σε εργαλείο διάδοσης νεο-ολοκληρωτικών απόψεων, όπως η θεωρία των δύο άκρων, που εξαφανίζει τις ουσιαστικές διαφορές ανάμεσα σε διαμετρικά αντίθετα πολιτικά μορφώματα (δεξιά-αριστερά) και τονίζει τις τεχνικές ομοιότητες μεταξύ τους, προβάλλοντας την απόστασή τους από το κέντρο, δηλαδή τη μετριοπαθή πολιτική έκφραση. Προτείνει έτσι μια αναλογιστική προσέγγιση της κοινωνικής έντασης, που ωστόσο αφήνει αναπάντητα ερωτήματα· πρώτον, σχετικά με τους όρους διαμόρφωσης των «άκρων» και, δεύτερον, σχετικά με τον εντοπισμό του κέντρου. Αλήθεια, ποιος είναι το κέντρο σήμερα;
*Η Σ. Βιδάλη είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια στο ΔΠΘ.