Ο Σεπτέμβριος ήρθε φορτωμένος με φόβους για τα κυβερνητικά σχέδια και προσδοκίες για την ανατροπή τους. Οι φωνές των φόβων και των προσδοκιών μιλούν στην Αριστερά. Στα θερινά πανηγύρια της επαρχίας και στις κινητοποιήσεις της ΕΡΤ φάνηκε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πλέον και στην κοινωνία αξιωματική αντιπολίτευση. Η θέση αυτή όμως αφενός ενέχει τον κίνδυνο μιας κάποιας ραστώνης και αφετέρου δεν είναι βολική, πόσο μάλλον όταν ένα κόμμα προετοιμάζεται να κυβερνήσει μια διαλυμένη χώρα. Ο Σεπτέμβριος όμως ήρθε.
Έχει πολλάκις γραφτεί: τα υφεσιακά μέτρα της τρόικας στοχεύουν στη δημιουργία ενός «αποτυχημένου κράτους». Αν οι δανειστές πετύχουν, θα ελέγχουν τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας. Αν δεν πετύχουν -όπως εκτιμά πληθώρα μελετών νεοφιλελεύθερων καταβολών-, θα χρεώσουν την αποτυχία στις διεφθαρμένες εγχώριες ελίτ και στις λαϊκές αντιστάσεις. Ορισμένοι μάλιστα εκ των δανειστών επιθυμούν η αποτυχία αυτή να γίνει με μια αριστερή κυβέρνηση που θα καταρρεύσει από το βάρος εσωτερικών και εξωτερικών αντιδράσεων. Τα πιθανά εργαλεία της μνημονιακής πλευράς εκτέθηκαν από νηφάλιους μελετητές, αλλά και από ευφάνταστα καταστροφολόγους σχολιαστές: παραμορφωτικός του εκλογικού αποτελέσματος εκλογικός νόμος, μεταβολές του εκλογικού σώματος, συνταγματική αναθεώρηση προς όφελος των δανειστών, επεισόδια εξωτερικής πολιτικής, «ασύμμετρες απειλές» στο εσωτερικό, πολιτικές συμμαχίες με επιλεγμένους βουλευτές της Χρυσής Αυγής, τεχνητές ελλείψεις αγαθών στην αγορά, δημόσιες παρεμβάσεις πολιτικών εκβιασμών από το εξωτερικό κ.λπ. Κεντρικό ρόλο στην όλη διαδικασία έχει ήδη αναλάβει το υπουργείο Δημόσιας Τάξης με πρωτοβουλίες «νόμου και τάξης» στα ΑΕΙ, σε αυτοδιαχειριζόμενα στέκια και σε γειτονιές μεταναστών.
Το κόστος της καταστροφής της χώρας θα αποτελέσει ξεκάθαρο δίδαγμα για κάθε άλλο κράτος και λαό: μην τολμήσετε να αμφισβητήσετε τη διεθνή εξουσία του χρηματοπιστωτικού συστήματος και νεοφιλελευθερισμού. Η μνημονιακή πλευρά είναι αποφασισμένη να μην χάσει. Αυτό δεν συνεπάγεται ότι οι πολίτες είναι καταδικασμένοι. Άλλωστε, η μεγαλύτερη καταστροφή θα έρθει αν δεν αντιδράσουμε. Η Αριστερά πρέπει να ξεκαθαρίσει ότι η ολέθρια καταστροφή έχει ήδη επέλθει, αλλά και ότι η διέξοδος είναι εφικτή. Η Αριστερά οφείλει να δεσμευτεί για το τέλος της λιτότητας, για «αίμα και θυσίες» με κοινωνική δικαιοσύνη, δημοκρατία και διαφάνεια, στοχεύοντας στην ταχύτερη ανάκαμψη της χώρας.
Χρειάζεται λοιπόν μια πειστική αφήγηση του μέλλοντος και η Αριστερά αυτό μπορεί αποτελεσματικά να το πράξει. Οι δυνητικοί σύμμαχοι πρέπει να ενταχθούν στο σχέδιο δράσης με όρους ισότιμου συνομιλητή. Απεγκλωβιζόμενη από πολιτικές ατζέντες που δεν την ευνοούν, πρέπει προνομιακά -σχεδόν αποκλειστικά- να επικεντρώσει σε ζητήματα φτώχειας, ανεργίας και πολιτικών πρόνοιας. Χρειάζεται ένα ξεκάθαρο, ολιγόλογο πρόγραμμα, που θα μοιραστεί τόσο ηλεκτρονικά όσο και σε εκατομμύρια έντυπα έτσι ώστε να διαχυθούν οι θέσεις, οι απόψεις, οι προτάσεις αυτού του χώρου σε όσο το δυνατόν περισσότερους πολίτες. Να μιλήσει από τώρα η Αριστερά για τα διαθέσιμα εργαλεία οικονομικής πολιτικής (εναλλακτικές μορφές γενικών ισοδύναμων, αλλαγές του χαρακτηρισμού των μετοχών των τραπεζών που βρίσκονται στην κατοχή του Δημοσίου κ.λπ.) και για τις μεγάλες αλλαγές στο πολιτικό σύστημα που θα εγγυηθούν την ισονομία. Η κοινωνία είναι μεν κουρασμένη, αλλά, όπως έδειξαν και οι κινητοποιήσεις για την ΕΡΤ, υπάρχει συσσωρευμένη κινηματική τεχνογνωσία. Με αυτό το δεδομένο μιας εξαντλημένης αλλά συνειδητοποιημένης κοινωνίας ας γίνουν οι όποιοι σχεδιασμοί.
Είναι αφελές να πιστεύουμε ότι η «κρίση», δηλαδή η μεταβολή των κοινωνικών σχέσεων προς όφελος μιας ολιγαρχίας, θα τελειώσει στην Ελλάδα. Προετοιμαζόμαστε λοιπόν για έναν μακρύ Σεπτέμβριο, που δεν θα φέρει απευθείας την άνοιξη. Θα πρέπει να βγάλουμε πρώτα τον χειμώνα. Ας ελπίσουμε ο Μαρκ Μαζάουερ να έχει δίκιο όταν έγραφε ότι «για άλλη μια φορά η Ελλάδα πολεμάει στην πρώτη γραμμή του αγώνα για το μέλλον». Τέρμα οι ενδοιασμοί, ας ακούσει η Αριστερά τις φωνές των απελπισμένων. Και ας πράξει τώρα, όχι στις εκλογές του Μαΐου.
* O Γιώργος Αγγελόπουλος διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.