«Το Κομμουνιστικό Κόμμα πρέπει πάντα να τοποθετείται στο επίπεδο της αντιπολίτευσης, γιατί πάντα θα υπάρχουν καταπιεσμένοι από την εξουσία»
Λ. Αλτουσέρ, Τι πρέπει να αλλάξει στο γαλλικό Κ.Κ., Le Monde (καλοκαίρι 1976)
Τάσεις προσαρμογής και ροπές ριζοσπαστικής υπέρβασης
Η Αριστερά, σε κάθε ιστορική εκδοχή της επαναστατικής κατάληψης της εξουσίας, ή δημοκρατικού κοινοβουλευτικού δρόμου, καθώς προσεγγίζει και αποκτά τη δυνατότητα άσκησης της πολιτικής διακυβέρνησης, τοποθετείται αυτόματα, είτε το θέλει είτε όχι, είτε έχει συνείδηση του πράγματος είτε όχι, στο πεδίο μιας μείζονος αντίφασης και αντίθεσης: Από τη μια πλευρά καλείται να απαντήσει στα μεγάλα λαϊκά ζητήματα (π.χ. στη σημερινή συγκυρία η ανεργία τού 1/3 του ΟΕΠ ή η κατάρρευση των ασφαλιστικών ταμείων) από μια σκοπιά που εντάσσεται, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στη σοσιαλιστική προοπτική, ενώ από την άλλη πλευρά είναι υποχρεωμένη αντικειμενικά να αντιπαρατεθεί με την υπαρκτή κατάσταση των πραγμάτων που έχει παράξει η καπιταλιστική πραγματικότητα (λ.χ. μαζική καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων, κούρεμα και χρηματιστηριακός τζόγος των ασφαλιστικών αποθεματικών). Και προφανώς σ' αυτό το πεδίο εντάσεων που προκαλεί το εγχείρημα μεταλλαγής της υλικής πραγματικότητας, πάντοτε θα έρχονται στην επιφάνεια οι ανταγωνισμοί ανάμεσα στις τάσεις προσαρμογής στην υπαρκτή κατάσταση πραγμάτων και στις ροπές ριζοσπαστικής υπέρβασής της.
Σε κάθε περίπτωση, ο ρόλος της σημερινής ριζοσπαστικής Αριστεράς, εφόσον τοποθετείται σε μια περίοδο μεταβατικού ριζοσπαστικού μετασχηματισμού, που θα χαρακτηρίζεται από οξύτατες ταξικές αντιπαραθέσεις, προερχόμενες από όλες τις πλευρές (είτε τμημάτων των μικροαστικών τάξεων και της αστικής τάξης που θα επιδιώκουν να ακυρώσουν το αριστερό εγχείρημα είτε λαϊκών εργατικών στρωμάτων που θα πιέζουν για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη προώθηση των κοινωνικών αλλαγών), είναι διττός, κυβερνητικός και αντιπολιτευτικός ταυτόχρονα. Και δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, εφόσον από τη μια πλευρά θα ασκείται συστηματικά η πίεση προς τη «ρεαλιστική προσαρμογή» και από την άλλη οι φωνές θα είναι έντονες για την προώθηση «αντικαπιταλιστικών υπερβάσεων».
Η βίαιη αριστερή ωρίμανση, συνήθης ιστορική πρόκληση
Ακόμη και στην περίπτωση μεγάλων επαναστατικών τομών, όπως στη ρωσική οκτωβριανή επανάσταση, η οποία μυθοποιήθηκε επί πολλές δεκαετίες (και όχι χωρίς λόγο, εφόσον υπήρξε η πρώτη προλεταριακή επανάσταση με ολοκληρωμένη μορφή στην ιστορική εξέλιξη), αποδείχθηκε ότι οι τάσεις προσαρμογής υπήρξαν ισχυρότατες και τελικώς επικράτησαν έναντι των ροπών σοσιαλιστικών υπερβάσεων. Π.χ. το γεγονός ότι το καινούριο σοβιετικό καθεστώς ενσωμάτωσε όλη την παλιά τσαρική κρατική γραφειοκρατία, που είχε τεράστια έκταση στην εποχή, ή το γεγονός ότι η νέα κοινωνική, εκπαιδευτική και εργοστασιακή δομή βασίστηκε στην αναπαραγωγή του παλιού ιεραρχικού καταμερισμού της γνώσης και της εργασίας, καταδεικνύουν την πεισματική επιμονή του αστικού παρελθόντος, μιας δύστροπης πραγματικότητας γεμάτης ιστορικές αδράνειες, που δεν εννοεί να μεταπλαστεί. Τα δύο αυτά γεγονότα προσαρμογής σε δομικά στοιχεία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής επέφεραν, όπως είναι γνωστό, τον ταξικό και γραφειοκρατικό εκφυλισμό ενός τόσο σπουδαίου επαναστατικού εγχειρήματος (η σχετική μαρξιστική ανάλυση του Ρ. Μπάρο στα μέσα της δεκαετίας του 1970 για την κριτική του υπαρκτού σοσιαλισμού στην «Εναλλακτική του Λύση» είναι ενδεικτική).
Αντίστοιχα, στη σημερινή συγκυρία, ο ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση, απαλλαγμένη αντιφάσεων και αντιθέσεων, στον βαθμό που η ίδια η ιστορική εξέλιξη της πάλης των τάξεων στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό τον έχει ωθήσει μέσα σε μια τριετία από τη θέση του μικρού σχηματισμού της ριζοσπαστικής αντινεοφιλελεύθερης αντιπολίτευσης στο επίπεδο του πολιτικού κόμματος που διεκδικεί αξιόπιστα την κατάκτηση της πολιτικής διακυβέρνησης. Όπως ακριβώς και το ΕΑΜικό κίνημα είχε σπρώξει βίαια το ΚΚΕ, από μικρή και αποδυναμωμένη πολιτική οργάνωση που ήταν το 1941, σε μαζική και ηγεμονική πολιτική δύναμη στην απελευθέρωση του 1944. Φαίνεται τελικά πως η ιστορική εξέλιξη σε περιόδους μεγάλης κρίσης, όπως η σημερινή της υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου, και μέχρι να αποκατασταθεί ένας νέος κύκλος καπιταλιστικής ανάπτυξης, δεν σου αφήνει πολλά χρονικά περιθώρια, σε «ωριμάζει» βιαίως, όπως ο πατριωτικός πόλεμος τον Ιβάν του Α. Ταρκόφσκι στα «Παιδικά του Χρόνια», σου ανοίγει τον δρόμο, και εναπόκειται σ' εσένα να τον βαδίσεις με αποτελεσματικό τρόπο ή να του γυρίσεις την πλάτη και να περπατήσεις σε ερημικές ατραπούς που δεν σε οδηγούν πουθενά.
Πολιτική διακυβέρνηση και ταυτόχρονα λαϊκή αντιπολίτευση
Έτσι, είναι επόμενο σήμερα, μετά από μια τέτοια απογείωση της εκλογικής επιρροής της ριζοσπαστικής Αριστεράς, αλλά και την ίδια τη λαϊκή απαίτηση να τεθεί φραγμός στην ανεπανόρθωτη οικονομική καταστροφή και κοινωνικό όλεθρο, να διεκδικείται η κατάκτηση της πολιτικής διακυβέρνησης με όρους λαϊκού κινήματος και ταυτόχρονα κοινοβουλευτικού δημοκρατισμού. Μάλιστα, μπροστά στο πρωτοφανές μέγεθος των οικονομικών και λαϊκών προβλημάτων που έχουν επισωρευτεί στην τελευταία πενταετία και παίρνοντας υπ' όψη το εύρος των κοινωνικών και πολιτικών εκπροσωπήσεων που αναδεικνύονται στην Αριστερά, λογικό θα είναι να αναδειχθούν ανταγωνισμοί και αντιθέσεις ανάμεσα σε τάσεις προσαρμογής και σε ροπές υπέρβασης.
Μ' αυτή την έννοια, η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ στη διακυβέρνηση της χώρας, από κοινού με το σύνολο των αριστερών και λαϊκών δυνάμεων, ως πλειοψηφικής πολιτικής δύναμης (τη στιγμή που η συγκυβέρνηση του «ευρωπαϊκού μνημονιακού συναγερμού» μετά βίας συγκεντρώνει το 1/3 της εκλογικής εκπροσώπησης), και με τα δεδομένα που έχουν διαμορφωθεί στην ελληνική κοινωνία και οικονομία, σηματοδοτεί ταυτόχρονα το κυβερνητικό εγχείρημα ανάταξης της εργαζόμενης κοινωνικής πλειοψηφίας, αλλά και την σε κάθε φάση απαίτηση των λαϊκών τάξεων για την επίλυση των ζωτικών τους προβλημάτων. Η κυβέρνηση της Αριστεράς δεν μπορεί παρά να είναι ταυτόχρονα βήμα για την προαγωγή ριζοσπαστικών απαντήσεων σε μια κοινωνία που έχει υποστεί συντριπτικά πλήγματα από την πολιτική των Μνημονίων και, παράλληλα, η λαϊκή αντιπολίτευση στον ίδιο της τον εαυτό, προκειμένου να συνεχίσει να εκπροσωπεί τις λαϊκές τάξεις και να αναπροσαρμόζει την πολιτική της με βάση ακριβώς τις απαιτήσεις τους.
Πρόκειται για πολιτικό ρόλο πρωτότυπο, για νέα διαλεκτική σχέση πολιτικής εξουσίας και εργατικών στρωμάτων, πλευρές της οποίας αναδείχθηκαν έντονα στο χιλιανό εγχείρημα της Λαϊκής Ενότητας του προέδρου Σ. Αλιέντε (ευτυχώς που διαθέτουμε τα εξαιρετικά ντοκιμαντέρ του Π. Γκουσμάν για τη «Μάχη της Χιλής», τα οποία έχουν να μας διδάξουν πολλά για τα άμεσα καθήκοντά μας). Θα αποτελούσε μια εντελώς καταστρεπτική εκδοχή της αριστερής διακυβέρνησης η μονοδιάστατη επικέντρωση στον κυβερνητικό, αναγκαστικά διαχειριστικό, ρόλο της, και η τοποθέτηση των λαϊκών τάξεων απέναντί της, στην άλλη όχθη. Η διατήρηση των εργατικών κοινωνικών εκπροσωπήσεων, αλλά και η πεισματική επιμονή στη συμμαχία με τα κατώτερα στρώματα των μικροαστικών τάξεων, οι ανοιχτοί δίαυλοι επικοινωνίας διακυβέρνησης και κινήματος, είναι ο ασφαλέστερος δρόμος για την επιτυχή έκβαση του αριστερού κυβερνητικού εγχειρήματος.