Τη στιγμή που η Morgan Stanley υποβάθμιζε το Χρηματιστήριο Αθηνών από την κατηγορία των αναπτυγμένων σε αυτή των αναδυόμενων αγορών, η κυβέρνηση κατέβαζε, χρησιμοποιώντας τα ΜΑΤ, τους διακόπτες της ΕΡΤ. Με την ενέργεια αυτή δημιούργησε αντίστοιχους συνειρμούς για το επίπεδο διακυβέρνησης της χώρας. Συγχρόνως, οι συγκυβερνώντες, με τη στάση τους, επιβεβαιώνουν ότι παρέχουν στήριξη σε έναν χωρίς όρια αυταρχισμό, στην εκποίηση της δημόσιας περιουσίας και στην έκπτωση της δημοκρατίας.
Η κυβέρνηση θεωρούσε ως ισχυρό όπλο της την επικοινωνιακή πολιτική. Σε μια προσπάθεια εξωραϊσμού της πολιτικής που έχει οδηγήσει σε μακρόχρονη και βαθιά ύφεση και συνοδεύεται από προβλέψεις που επανειλημμένως και παταγωδώς διαψεύδονται, αναζητούσε εναγωνίως έστω και έναν οικονομικό δείκτη που να είναι ευπαρουσίαστος, ώστε να στήσει γύρω του επικοινωνιακή καταιγίδα.
Λίγο πριν το επικοινωνιακό και πολιτικό «Βατερλώ» με την ΕΡΤ και με αφετηρία μια εικονική πραγματικότητα, διανθιζόμενη με αυθαίρετες υποθέσεις και υπεραισιόδοξες προβλέψεις, κατασκευάστηκε ένα αισιόδοξο σενάριο «ανάπτυξης». Βέβαια, όσον αφορά το ΑΕΠ, δεν μπορεί παρά κάποια στιγμή να σημειωθεί ανάκαμψη. Με βάση τα προεόρτια διαφαίνεται η φαντασίωση στο πρώτο τρίμηνο με θετικό πρόσημο στο ΑΕΠ, αν ακόμη υπάρχει μνημονιακή κυβέρνηση, οι πανηγυρισμοί να είναι ξέφρενοι.
Ποιοι όμως έχουν λόγους να πανηγυρίζουν;
Η ανάδειξη ενός δείκτη σε πρωτεύοντα στόχο καθ' εαυτόν τείνει να υποβαθμίζει τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του, ιδιαίτερα όταν υπάρχει σκοπιμότητα αυτά να μείνουν στη σκιά. Όσον αφορά το ΑΕΠ, το ερώτημα που τίθεται, μεταξύ πολλών άλλων, είναι πώς παράγεται και πώς διανέμεται.
Μετά από τρία χρόνια Μνημονίων, το εισόδημα παράγεται χωρίς εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα, σε συνθήκες ανασφάλειας και υψηλής ανεργίας, ώστε να συντηρείται το νέο εργασιακό καθεστώς. Οι χαμηλοί μισθοί, χάριν της υποτιθέμενης ανταγωνιστικότητας, σημαίνουν μικρότερη συμμετοχή στον παραγόμενο πλούτο, περιορισμένη κατανάλωση και χαμηλό βιοτικό επίπεδο.
Παράλληλα με τη μείωση της άμεσης συμμετοχής των εργαζομένων στο εισόδημα, υπάρχει ακόμη μία πτυχή που διευρύνει την ανισοκατανομή του. Πρόκειται για τη μείωση των δημοσίων δαπανών και ιδιαίτερα των κοινωνικών δαπανών. Οι πολίτες με μειωμένο, ή και καθόλου, εισόδημα πρέπει να αγοράζουν πλέον τις εμπορευματοποιημένες, πρώην κοινωνικές, υπηρεσίες.
Στο επίπεδο της παραγωγικής βάσης, σε συνθήκες περιορισμένης εγχώριας αγοράς, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, η ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας, παραχωρούν το μερίδιό τους στις μεγάλες εγχώριες και ξένες εταιρείες.
Συγχρόνως, οι ξένοι μεγαλο-επενδυτές θα χρησιμοποιούν τη χώρα ως απλό χώρο παραγωγής, ή/και μεταφόρτωσης, με εξαγωγικό προσανατολισμό, χωρίς διασυνδέσεις με την εγχώρια παραγωγική βάση, άρα με περιορισμένη εγχώρια προστιθέμενη αξία και ισχνή διάχυση του οφέλους. Επιπλέον, παρά την απλόχερη δημιουργία ευνοϊκών προϋποθέσεων για την κερδοφορία των ξένων επενδυτών, τίποτα δεν διασφαλίζει την επανεπένδυση των κερδών τους.
Με βάση τα παραπάνω, το «Μνημόνιο» δεν φαίνεται και τόσο αποτυχημένο… για τους εμπνευστές και τους υποστηρικτές του. Ως εκ τούτου, οι λίγοι που ωφελούνται οικονομικά και δευτερευόντως όσοι θεωρούν ότι θα επιβιώσουν πολιτικά έχουν λόγους να πανηγυρίζουν γι' αυτού του είδους την «ανάπτυξη». Όμως, το story που εκτυλίσσεται μάλλον «κινεζοποίηση» προοιωνίζεται. Η πλειονότητα του πληθυσμού παράγει με δυσμενέστερους όρους και καρπώνεται πολύ λιγότερα σε σχέση με το παρελθόν. Επιπλέον, αυξανόμενο τμήμα του πληθυσμού ήδη στερείται ακόμη και τα στοιχειώδη για την επιβίωση. Συνεπώς, οι πολίτες δεν έχουν κανέναν λόγο να συμμετέχουν στο στημένο πανηγύρι από αυτούς που γιορτάζουν. Αντιθέτως, έχουν κάθε λόγο να αντιδρούν σε αυτή την εξέλιξη και συγχρόνως να συμμετάσχουν στην οικοδόμηση ενός εντελώς διαφορετικού μοντέλου ανάπτυξης.
Τα χαρακτηριστικά μιας τέτοιας ανάπτυξης είναι οι επενδύσεις υψηλής εγχώριας προστιθέμενης αξίας με προτεραιότητα στη δημιουργία θέσεων εργασίας και στη διάχυση του οικονομικού οφέλους. Πρόκειται για τιτάνιο έργο κάθε μέρα που καθυστερεί και «επίσημα» να αρχίσει, καθίσταται πιο δύσκολο και πιο χρονοβόρο. Ωστόσο, χιλιάδες άνθρωποι δεν περιμένουν την «επίσημη» έναρξη μιας τέτοιας αναπτυξιακής διαδικασίας. Υπερασπίζονται τα δημόσια αγαθά, οργανώνονται σε ποικιλόμορφες συλλογικότητες, σχεδιάζουν, παράγουν, προσφέρουν υπηρεσίες. Οι συλλογικές πρωτοβουλίες των πολιτών συνιστούν ένα ελπιδοφόρο μήνυμα για μια ανάπτυξη με ενεργό λαϊκή συμμετοχή και υποστήριξη.
*Ο Ευάγγελος Νικολαΐδης διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.