Στην πεπατημένη της υποβάθμισης και της οικονομικής ασφυξίας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης κινείται το σχέδιο νόμου που συζητείται σήμερα (Πέμπτη 25.6.26) στην Ολομέλεια της Βουλής.
Αλλά η κυβέρνηση Μητσοτάκη κάνει και ένα βήμα ακόμα, προκαλώντας ένα μείζον πολιτικό πρόβλημα νομιμοποίησης και λογοδοσίας των νέων Δημάρχων και Περιφερειαρχών με το προτεινόμενο εκλογικό σύστημα των «εφεδρικών» ψήφων, το οποίο θα αντικαταστήσει τον δεύτερο γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών.
Σε αυτό το σημείο εστιάζεται και η κριτική της προοδευτικής αντιπολίτευσης (ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, ΚΚΕ και η Πλεύση Ελευθερίας τάχθηκαν «κατά» του σχεδίου νόμου στην αρμόδια Επιτροπή, ενώ ΠΑΣΟΚ, Ελληνική Λύση και Νίκη επιφυλάχθηκαν για την Ολομέλεια): πρόκειται για έναν εκλογικό νόμο καινοφανή, καθώς ένας συνδυασμός που θα λάβει το 25%-30% των ψηφοδελτίων (σενάριο πολύ πιθανό, ειδικά σε μεγάλες πόλεις της χώρας) θα εκλέγεται στη διοίκηση του Δήμου ή της Περιφέρειας, παίρνοντας και πάλι τα 3/5 των εδρών με τις «εναλλακτικές ή ψήφους συμπάθειας» που θα έχει λάβει στον πρώτο και μοναδικό γύρο.
Ήδη από την αντιπολίτευση (ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ) έχει τεθεί ζήτημα (αντι)συνταγματικότητας του νέου εκλογικού νόμου, ενώ από την πλευρά της κυβέρνησης, ο υπουργός Εσωτερικών, Θεόδωρος Λιβάνιος, υποστηρίζει ότι «η αλλαγή του συστήματος στις αυτοδιοικητικές εκλογές (σ.σ.: χωρίς τον δεύτερο, δαπανηρό -κατά την επιχειρηματολογία της κυβέρνησης - γύρο) φέρνει μεγαλύτερη συμμετοχή», η οποία «δίνει μεγαλύτερη δύναμη στους δημάρχους». Και ισχυρίστηκε (24.6.26) ότι το προτεινόμενο εκλογικό σύστημα θα διευκολύνει τις προεκλογικές συνεργασίες, την κάθοδο κοινών ψηφοδελτίων, τον προγραμματικό διάλογο προεκλογικά, σε αντίθεση με αυτά που συμβαίνουν μεταξύ πρώτης και δεύτερης Κυριακή.
«Θεωρούμε ότι με το σύστημα των δύο γύρων οι πολίτες επέλεγαν στην επαναληπτική ψηφοφορία έναν εκ των δύο πρώτων, ο οποίος είχε την δεδηλωμένη και την αποδοχή των πολιτών. Τώρα είναι ενδεχόμενο να εκλέγεται κάποιος δήμαρχος κυρίως με τις εφεδρικές ψήφους. Έτσι, όμως γεννάται θέμα πολιτικής νομιμοποίησης και λογοδοσίας. Πρόκειται για δομική αδυναμία του συστήματος», απάντησε στην τελευταία συνεδρίαση της Επιτροπής Δημόσιας Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης ο Θεόφιλος Ξανθόπουλος, Τομεάρχης Εσωτερικών και ειδικός αγορητής του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ.
Κατά τα άλλα, η κριτική της προοδευτικής αντιπολίτευσης εστιάζεται:
- Στην προτεινόμενη από το υπουργείο Εσωτερικών οργάνωση της διακυβέρνησης των ΟΤΑ, που επιφυλάσσει πανίσχυρους ρόλους για τους δημάρχους και περιφερειάρχες, οι οποίοι δια μέσω των ολιγομελών οργάνων της Δημοτικής Περιφερειακής Επιτροπής και των Αντιδημάρχων-Αντιπεριφερειαρχών διοικούν τους Δήμους και τις Περιφέρειες. Τα Συμβούλια που παραδοσιακά ήταν το κέντρο συζήτησης και λήψης των κρίσιμων αποφάσεων υποβαθμίζονται και μετατρέπονται σε όργανα επικύρωσης ειλημμένων αποφάσεων.
- Στην κατάργηση της Επιτροπής Ισότητας, τη θέση της οποίας θα καταλάβει μία «Γνωμοδοτική Επιτροπή» κοινωνικής συνοχής, συμπερίληψης και ισότητας φύλων, δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρία και εξάλειψης έμφυλων, φυλετικών, κοινωνικών και θρησκευτικών διακρίσεων. Δηλαδή όλα μαζί, άρα τίποτα.
- Στην επιδείνωση της κατάστασης όσον αφορά στη δυνατότητα των Δήμων να φέρουν σε πέρας το έργο τους, λόγω των ελλείψεων προσωπικού, αλλά και στην αμφισβήτηση της συνταγματικά κατοχυρωμένης αυτοτέλειας των ΟΤΑ. Σύμφωνα με στοιχεία της ΚΕΔΕ, το 2009 οι Κεντρικοί Αυτοτελείς Πόροι (ΚΑΠ) των Δήμων, αποτελούσαν το 8% του προϋπολογισμού. Το 2025 ήταν μόλις 3,53%. Επίσης, ο Καλλικράτης (Ν.3852/2010) που εξακολουθεί να ισχύει, ενώ δεν εφαρμόζεται, προβλέπει 8,5 δισεκατομμύρια ευρώ για το 2026 στους Ο.Τ.Α Α΄ βαθμού. Ο φετινός προϋπολογισμός διαθέτει μόλις 2,7! Και όλα αυτά, ενώ έχουν αυξηθεί οι αρμοδιότητές τους. Οι Ο.Τ.Α Α΄ και Β΄ βαθμού λειτουργούν με το 50% περίπου των προβλεπόμενων από τους Κανονισμούς τους, προσωπικό. Οι μόνιμες προσλήψεις γίνονται με το σταγονόμετρο και η αποτελεσματικότητα των Δήμων και των Περιφερειών οδηγείται στο κατώτερο σημείο.
- Στη συνεχιζόμενη υποβάθμιση των δημοτικών κοινοτήτων, που αντί για θεσμούς ενδοδημοτικής αποκέντρωσης έχουν μετατραπεί σε απλές υποδιαιρέσεις του κεντρικού Δήμου.
- Στο γεγονός ότι ο νεοσύστατος πόρος των ΟΤΑ δεν ενοποιεί και δεν ενσωματώνει απλώς τους ήδη υφιστάμενους, αλλά ανοίγει δρόμο για επιπλέον επιβάρυνση των πολιτών.