"Παρεξηγήθηκε" η Νέα Δημοκρατία από το χθεσινό δημοσίευμα της "Αυγής", το οποίο αποκαλούσε τον Ιωάννη Κωτούλα “υμνητή του ναζισμού”. Μάλιστα ο Γιώργος Μουρούτης εξανέστη μέσω του twitter για τον "διασυρμό" του νέου επιστήμονα. Ωστόσο, ο πολιτικός προϊστάμενος του Ι. Κωτούλα, δηλαδή ο αναπληρωτής υπουργός Εσωτερικών, Χαρ. Αθανασίου, δεν προέβη σε κάποια δήλωση και δεν έκρυψε την αμηχανία και την ενόχλησή του, ζητώντας από τον σύμβουλό του να του δώσει να διαβάσει το επίμαχο βιβλίο.
Το παιχνίδι της παραπλάνησης, στο οποίο κατ' επάγγελμα επιδίδεται ο Μουρούτης, αυτή τη φορά συνίσταται στο να εμφανίσει ένα ογκώδες πολυσέλιδο βιβλίο ως άθροισμα παραπομπών άλλων συγγραφέων κι όχι ως ένα βιβλίο γνώμης του συμβούλου του υπουργείου.
Ας δούμε λοιπόν την “επιστημονική” δουλειά του Ιωάννη Κωτούλα, μέσω του έργου του “Η Άνοδος του Γ' Ράιχ”, το οποίο είχε κυκλοφορήσει ως έκδοση του περιοδικού “Ιστορικά Θέματα”. Εκεί θα βρούμε διάφορα παραθέματα, άκρως αποκαλυπτικά για την άποψη του ιστορικού, ο οποίος, στην καλύτερη των περιπτώσεων, κρύβει με δυσκολία τη συμπάθειά του για τον Χίτλερ.
Συγκεκριμένα, ο Ι. Κωτούλας χαρακτηρίζει την καύση βιβλίων από τους χιτλερικούς ως "επαναστατική" και "ανανεωτική" πράξη, κάνει λόγο για τον "ηθικό" χαρακτήρα του ναζισμού, δικαιολογεί τα χιτλερικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, συγκρίνοντας τα με τους περισσότερους νεκρούς αντιφρονούντες που υπήρξαν στην ΕΣΣΔ, και μιλάει για την άνοδο του Χίτλερ με νόμιμα μέσα, αφού όμως είχε προηγηθεί ένα πραξικόπημα που είχε οργανώσει ο τελευταίος...
Επιπλέον ο Ι. Κωτούλας χρησιμοποιεί με ουδέτερο τρόπο απόψεις διαφόρων αναλυτών του φαινομένου του ναζισμού, μεταξύ των οποίων και του Ζακ Ελλύλ, με σκοπό η ερμηνεία και αυτού του αναρχικού συγγραφέα, ο οποίος στηλίτευσε τον ναζισμό, να χρησιμοποιηθεί ως ένα ακόμα στοιχείο εξομάλυνσης και κατανόησης της φρίκης του "εθνικοσοσιαλισμού".
Στον επίλογο του κειμένου υπογραμμίζεται η επαναστατική, νεωτερική και ηθική χροιά του ναζισμού: "Ο εθνικοσοσιαλισμός αποσκοπούσε στη δημιουργία ενός νέου είδους ανθρώπου, με διαφορετική ηθική και ιδεολογική αντίληψη". Και προσθέτει: "Σε πολιτικό επίπεδο η επιδίωξη της απόλυτης αυτονομίας και ιδιότυπης άκρας ελευθερίας του γερμανικού λαού υπήρξε αντίληψη νεωτερική και άκρως επαναστατική". Είναι προφανές ότι ο συγγραφέας χρησιμοποιεί θετικές διατυπώσεις για να περιγράψει τη φυσιογνωμία του ναζισμού.
Επαναστατική και ανανεωτική η καύση των βιβλίων!
Στο κεφάλαιο με τίτλο “Οι τέχνες και τα γράμματα” διαβάζουμε: “Μια από τις εκφράσεις του ανανεωτικού, επαναστατικού πνεύματος ήταν η καύση των βιβλίων τα οποία εθεωρούντο υπονομευτικά για τις αξίες του γερμανικού έθνους και πολιτισμού”.
Στον “Πρόλογο” βρίσκουμε το παρακάτω απόσπασμα: “Στο παρόν κείμενο χρησιμοποιείται πάντοτε ο όρος 'εθνικοσοσιαλισμός', όχι 'ναζισμός', καθώς και και συχνότερα ο όρος 'αντιεβραϊσμός' αντί του καταχρηστικού 'αντισημιτισμός' αφού η πολεμική στρεφόταν αποκλειστικά κατά των Εβραίων και όχι άλλων σημιτικών φυλών”. Αγνοεί άραγε ο συγγραφέας ότι ο “αντισημιτισμός” έχει καταδικαστεί από τον ΟΗΕ επειδή παραπέμπει στη συστηματική πρακτική εξόντωσης των Εβραίων απο πλευράς ναζί, ενώ ο “αντιεβραϊσμός” παραπέμπει σε πεποιθήσεις και στάσεις με θρησκευτικές συνδηλώσεις;
Κατόπιν τούτου, δεν εκπλήσσει η αναφορά του για τους Εβραίους. Στο κεφάλαιο με τίτλο “Οι Απαρχές του Εθνικοσοσιαλισμού” η συστηματική εξόντωση των Εβραίων αποκτά ηθικό και αξιακό περιεχόμενο, το οποίο δεν υπόκειται σε κριτική:
“Η επιτυχία του εθνικοσοσιαλισμού κατά τα επόμενα έτη οφειλόταν στο γεγονός ότι δεν άρθρωνε έναν συντηρητικό πολιτικό λόγο [...] αλλά πρότεινε ουσιαστικές κοινωνικές μεταβολές και μια νέα ηθική και ιδεολογική αντίληψη, που στρεφόταν εναντίον του Μαρξισμού της Αριστεράς όσο και των πλουτοκρατικών τάσεων του αστικού κατεστημένου. Από αυτή την άποψη το αίτημα για εξάλειψη της εβραϊκής επιρροής συνιστούσε μια τάση που αντανακλούσε περισσότερο μια τοποθέτηση κοινωνικής υφής, παρά απλές φυλετικές προκαταλήψεις, δηλαδή την υποκατάσταση της ειρηνόφιλης, κομφορμιστικής και εχθρικής προς τη γερμανική παράδοση αστικής τάξης με δυνάμεις λαϊκής απελευθέρωσης”.
Νόμιμη άνοδος με ολίγον... πραξικόπημα
Στο 2ο κεφάλαιο με τίτλο “Η επαναστατική περίοδος 1919-1923” διαβάζουμε πως ο Χίτλερ ανέβηκε στην εξουσία με νόμιμο τρόπο: “Ο εθνικοσοσιαλισμός ήταν, άλλωστε, το μόνο φασιστικό κίνημα που ανήλθε με απόλυτα νόμιμο τρόπο στην εξουσία και μετά από πολυετείς εκλογικές διαδικασίες”.
Λίγες σελίδες παρακάτω, ωστόσο, διαβάζουμε: “Ο Χίτλερ αποφάσισε να προβεί σε πραξικόπημα κατά του Γκούσταβ Ρίτνερ φον Καρ (Gustav Ritter von Kahr), που είχε διορισθεί γενικός επίτροπος για την τήρηση της τάξης στη Βαυαρία”.
Η “ανεκτικότητα” του φασισμού!
Είναι προφανές ότι ο συγγραφέας δεν συγκρατεί τον θαυμασμό του απέναντι στον εθνικοσοσιαλισμό, τον οποίο επιχειρεί να "ξεπλύνει" εμφανίζοντάς τον πιο "ανεκτικό" σε σχέση με τον κομμουνισμό! Προφανώς δεν έχει ακούσει τίποτα για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, για το σφαγείο του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, για το δίλημμα "Πόλεμος ή ειρήνη", που, όπως μόλις προχθές δήλωσε ο Γιούνκερ, δεν έχει απομακρυνθεί από την Ευρώπη.
Η παραμονή του Κωτούλα στη νευραλγική θέση του συμβούλου για θέματα μετανάστευσης είναι πρόκληση για τη δημοκρατία και προσβάλλει τη δημοκρατική ευαισθησία. Και καλά ο Μουρούτης... Το ΠΑΣΟΚ, η ΔΗΜ.ΑΡ. αλλά και πολλοί βουλευτές της Ν.Δ. πώς τον ανέχονται;
Στο κεφάλαιο “Η Γερμανία υπό τον Εθνικοσοσιαλισμό” διαβάζουμε πως, εφόσον τα θύματα των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης ήταν λιγότερα από αυτά στην ΕΣΣΔ, ο φασισμός ήταν πιο ανεκτικός από τον κομμουνισμό: “Τα SS είχαν αναλάβει επίσης από το 1934 και την επιτήρηση των στρατοπέδων συγκέντρωσης”.
Παρακάτω σημειώνεται πως “ο αριθμός των κρατούμενων κατά την περίοδο 1933-39 ανήλθε σε 25.000 ενώ οι νεκροί σε 500. Στους κρατούμενους περιλαμβάνονταν πολιτικοί αντίπαλοι του NSDAP από τα παλαιά κόμματα, τον Τύπο, την Εκκλησία, καθώς και 'αντικοινωνικά στοιχεία', ομοφυλόφιλοι, φαυλόβιοι και Τσιγγάνοι”.
Και προσθέτει: “Την ίδια περίοδο στη φασιστική Ιταλία οι έγκλειστοι ήταν λιγότεροι από 5.000 και οι νεκροί μόλις 10 άτομα, ενώ στην ΕΣΣΔ οι πολιτικοί κρατούμενοι από 950.000 το 1935 ανήλθαν σε 1.800.000 άτομα το 1938, στους οποίους πρέπει να προστεθούν 1.000.000 πολιτικοί εξόριστοι. Οι νεκροί των ετών 1933-1939 ανέρχονταν σε 2.000.000. Επομένως, σε επίπεδο καταστολής ο κομμουνισμός ήταν πολύ πιο ανελέητος και αποτελεσματικός, ενώ ο φασισμός πιο ανεκτικός”.