Live τώρα    
23°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Ελαφρές νεφώσεις
23 °C
22.1°C24.0°C
3 BF 59%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Σποραδικές νεφώσεις
24 °C
20.2°C24.8°C
5 BF 51%
ΠΑΤΡΑ
Σποραδικές νεφώσεις
21 °C
20.0°C24.8°C
4 BF 70%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Ελαφρές νεφώσεις
23 °C
20.4°C23.8°C
3 BF 55%
ΛΑΡΙΣΑ
Αραιές νεφώσεις
25 °C
24.5°C25.2°C
4 BF 40%
Η γνώμη και τα πράγματα
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Η γνώμη και τα πράγματα

13281729_The_School_of_Athens__by_Raffaello_Sanzio_da_Urbino.jpg

Το θέμα δεν είναι κυρίως νομικό. Η γνωμοδότηση 1/2023 του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι ένα καθαρά πολιτικό ζήτημα, που, αρκετά άγαρμπα, επιχειρείται να εκδηλωθεί σαν δήθεν νομικό ζήτημα.

Τη νομική απάντηση έδωσε με αποστομωτική πληρότητα και δικανική γλώσσα και δικαστικό ήθος υψηλής περιωπής η απάντηση του προέδρου της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ) Χρήστου Ράμμου. Την ανέλυσαν σε βάθος πρόσωπα με αίσθηση της γνώσης των νόμων και του βάρους των πραγμάτων, όπως ο Προκόπης Παυλόπουλος και ο Ευάγγελος Βενιζέλος, την επισήμαναν με την επιβαλλόμενη οξύτητα καθηγητές όπως ο Ξενοφών Κοντιάδης, ενώ αποδοκιμάσαμε, με επιεικές και προσεκτικά σταθμισμένο κείμενο, 16 καθηγητές και διδάσκοντες Συνταγματικό Δίκαιο (αριθμός που αυξάνεται στο μεταξύ), μεταξύ των οποίων και συνάδελφοι με έντονες, κάποτε μάλιστα και οξείες, μεταξύ μας πολιτικές διαφορές. Η οργισμένη απόρριψή της αυξάνεται συνεχώς και με αυξανόμενη ένταση από κάθε πλευρά της πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Επιγραμματικά, ωστόσο, δύο νομικές επισημάνσεις.

* Διαδικαστικά: ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δεν έχει δικαίωμα να εκφέρει γνώμη για θέματα ή υποθέσεις που είτε εκκρεμούν είτε πρόκειται να αχθούν στη Δικαιοσύνη. Αυτή την πρακτική τηρούσαν ακόμη και εισαγγελείς επί Χούντας. Στη γνωμοδότηση 16/1970 ο Στ. Τσούσας αρνήθηκε να γνωμοδοτήσει για νομικά ζητήματα που απασχολούν είτε πρόκειται να απασχολήσουν τα δικαστήρια «διότι τοιαύτη ενέργεια θα επείχε θέσιν παροχής οδηγιών προς δικαστάς κατά παράβασιν διατάξεων του Οργανισμού των δικαστηρίων». Στη γνωμοδότηση 20/1971 ο Δ. Κυριάκης τεκμηριώνει την άρνησή του να γνωμοδοτήσει επισημαίνοντας ότι «η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου γνωμοδοτεί, ως κατ’ επανάληψιν έχει δηλωθή (πρβλ. τας σχετικάς απαντήσεις 3/1951, 34/1951, 64/51, Θ. ΞΒ’ σ. 157,159,358,717) επί νομικής φύσεως ερωτημάτων των Δημοσίων Αρχών, διά ζητήματα γενικού νομικού ενδιαφέροντος, αντικειμενικώς, αποφεύγουσα να λάβη θέσιν προκαταβολικώς επί θεμάτων τα οποία είτε απασχολούν είτε πρόκειται να απασχολήσωσι τας Αρχάς ταύτας και ειδικότερον τα Δικαστήρια». Αυτή την πάγια πρακτική, που τηρείται ήδη εδώ και πάνω από εβδομήντα χρόνια και που άντεξε ακόμη και επί Χούντας, την παραβιάζει η γνωμοδότηση 1/2023.

* Ως προς το ουσιαστικό της νομικό περιεχόμενο, η γνωμοδότηση 1/2023 κατά βάση επιχειρεί να κενώσει από κάθε προστατευτικό των ατομικών ελευθεριών περιεχόμενο τουλάχιστον το άρθρο 19 του συντάγματος, το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τις οποίες, άρα, και παραβιάζει. Επιχειρεί επίσης να καταδολιεύσει ακόμη και την προβληματική, ενόψει των παραπάνω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεων, ισχύουσα νομοθεσία εξαφανίζοντας την αξία και την ουσία κάθε αρμοδιότητας της ΑΔΑΕ. Επιχειρεί ακόμη -με έναν λεονταρισμό που μάλλον ευτράπελος θα ήταν μέσα στην αφέλειά του αν δεν ήταν ανατριχιαστικός- να εκφοβίσει υφιστάμενες δικαστικές Αρχές, τα στελέχη της ΑΔΑΕ και γενικώς οποιονδήποτε κυκλοφορεί σ’ αυτή τη χώρα επισείοντας προ της κεφαλής τους λέξεις όπως «κάθειρξη».

Κι όμως, είναι πολιτική πράξη

Οσο σημαντικά κι αν είναι τα νομικά στην υπόθεση αυτή, η ουσία της είναι πολιτική. Δεν είναι δε η πρώτη φορά που ο ανώτατος εισαγγελικός λόγος χρησιμοποιείται για να ασκηθεί πολιτική, και μάλιστα αποτρόπαιη. Ο Κωνσταντίνος Κόλλιας, πριν γίνει ο πρώτος «πρωθυπουργός» της Χούντας, επιχείρησε, ως εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, παρέμβαση στη δικαστική έρευνα για τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη. Πέραν του ότι προσέκρουσε στον Χρήστο Σαρτζετάκη και τον Στυλιανό Μπούτη, στις 13 Ιουνίου 1964, ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου Πολυχρόνης Πολυχρονίδης, ένας αντιστασιακός, δημοκράτης και γνήσιος εκπρόσωπος της φιλελεύθερης παράδοσης του Ελευθερίου Βενιζέλου υπουργός Δικαιοσύνης, τον τιμώρησε πειθαρχικά θέτοντάς τον σε εξάμηνη αργία.

***

Η πολιτική πράξη «Εισαγγελική γνωμοδότηση 1/2023» βρίσκεται στην ευθεία λογική και πολιτική συνέχεια της προπετούς μεταχείρισης του εθνικού απορρήτου ως ιδιωτικού αγαθού (οικονομικά αξιοποιήσιμου μήπως;) προς χρήση του πρωθυπουργού, των φίλων και συνεργατών του και των υπουργών του, και τον αποκλεισμό της Βουλής από τη γνώση των μόνων απορρήτων που μπορούν να διαρραγούν, δηλαδή εκείνων που αφορούν την εθνική ασφάλεια και τη διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων. Τώρα που αποκρύψαμε τα «απόρρητα» από τη Βουλή, ας μετατρέψουμε και την έρευνα για το αν παραβιάζεται το απόρρητο των επικοινωνιών σε σκοτεινό άβατο. Με απλούστερες λέξεις, η γνωμοδότηση 1/2023 επιχειρεί να μετατρέψει το ήδη προφυλασσόμενο διά του «απορρήτου» χαφιέδωμα σε ανεξέλεγκτη ασυδοσία.

Ομως για ποιον λόγο;

Μια εξήγηση μπορεί ασφαλώς να είναι η τάση για εδραίωση αυταρχικών μεθόδων και πρακτικών, ήδη εκδηλωνόμενη σε αρκετές πτυχές του δημόσιου βίου μας. Η προσπάθεια αποθάρρυνσης του ελέγχου των παρακολουθήσεων δεν είναι βέβαια προσπάθεια αποθάρρυνσης των ίδιων των παρακολουθήσεων, αντιθέτως είναι εμφανής ενθάρρυνσή τους: παρακολουθείτε, κανείς δεν μπορεί να σας ελέγξει με κανέναν τρόπο. Ποιους όμως θέλουν να παρακολουθούν ανελέγκτως οι περί τον πρωθυπουργό μας μηχανισμοί πολιτικής και οικονομικής εξουσίας; Αίσθησή μου είναι όχι κυρίως τους αντιπάλους τους, αλλά τους δικούς τους, τους πολιτικά και οικονομικά συναλλασσόμενους με το σύστημά τους. Γιατί άραγε;

Ακόμη μία εξήγηση είναι η εκλογική σκοπιμότητα για δημιουργία της τοξικότερης δυνατής οξύτητας εκεί που το πρωθυπουργικό καθεστώς θεωρεί πως είναι το λιγότερο επικίνδυνο για τον εαυτό του έδαφος. Μια νηφάλια -έντονη, δυναμική, αλλά νηφάλια- εκλογική προγραμματική και ιδεολογική αντιπαράθεση με αντικείμενα όπως η αυξανόμενη φτώχεια των πολλών, σε αντιπαραβολή με τα δισεκατομμύρια επί δισεκατομμυρίων σε κέρδη ημετέρων, η αξιοποίηση των 37,5 δισ. για ανάπτυξη, η πολιτική της κατανομής των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, η κατάσταση και οι προοπτικές του ΕΣΥ, η διάλυση των εργασιακών σχέσεων, η σταδιακή εξώνηση της Παιδείας, ο ευτελισμός των ανθρώπων του πολιτισμού, ο αριθμός και το κόστος των διαφόρων «χρυσών παιδιών», μετακλητών, συμβούλων κ.λπ. και τόσα άλλα, θα είναι καταστροφική για την κυβερνητική παρέα. Γιατί λοιπόν να μην στρέψει την προσοχή αλλού;

***

Ισως να υπάρχουν και άλλες εξηγήσεις. Έφερε όμως η πολιτική αυτή κίνηση που εκτέλεσε η εισαγγελική γνωμοδότηση και κάτι εξαιρετικά θετικό: τη συνάντηση και συνένωση σε κοινό σκοπό ανθρώπων από διαφορετικές καταβολές και με διαφορετικές προοπτικές, ανθρώπων που κάποιοι ίσως και να μην πολύσυμπαθιόμαστε μεταξύ μας, σε ένα μεγάλο «όχι» σε ό,τι σκοτεινό, επικίνδυνο και ελεεινό εκφράζει η χυδαία υπεράσπιση του χαφιεδισμού, η πολιτική ευθύνη για την οποία ελλοχεύει στο Μέγαρο Μαξίμου. Τέτοια συνάντηση προσωπικά θυμούμαι, τηρουμένων των αναλογιών, μόνο δύο φορές: το 1972-1973 και το φθινόπωρο του 1974, όταν διαφορετικούς μεταξύ μας ανθρώπους, με διαφορετική στη συνέχεια πορεία, μας ένωσαν στη μία περίπτωση το πείσμα μας να πέσει η Χούντα και στην άλλη το πείσμα μας να μην επανέλθει η βασιλεία.

***

Και κάτι ακόμη: στο τελευταίο του μάθημα πριν τον απολύσει η Χούντα, ο δάσκαλος πολλών από εμάς έγραψε ότι «κάτω από τις συνθήκες που ζούμε η σιωπή δεν είναι “χρυσός”· είναι “λίβανος και σμύρνα”. Διότι η σιωπή μπορεί να ερμηνευθή σαν αποδοχή ή συναίνεση». Τίποτε δεν δικαιολογεί τη σιωπή, ιδίως όσων έχουν φύσει, και πάντως θέσει, ταχθεί στην προάσπιση των θεσμών της ελευθερίας και της Δημοκρατίας. Και δεν σιωπούν μόνο όσοι δεν μιλούν. Σιωπούν, και μάλιστα με ακόμη χειρότερο τρόπο, και όσοι περί ηθικής λαλούντες, τελικά όχι μόνο αρνούνται να αντιπαρατεθούν στη σκοτεινή φορά των πραγμάτων, αλλά καταντούν συνένοχοι. Η ελληνική αλλά και η ευρωπαϊκή ιδίως Ιστορία έχουν πικρές αναμνήσεις από τέτοιες σιωπές ή ηθικολογικές υπεκφυγές. Πικρές και φαιές.

* Ο Γιάννης Ζ. Δρόσος είναι ομότιμος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL