Αυτές τις μέρες το τηλέφωνο του Σωτήρη Ρούσσου έχει πάρει φωτιά. Ο γνωστός διεθνολόγος είναι ο ιδανικός συνομιλητής για τις κρίσεις στη Μέση Ανατολή - κι ακόμη περισσότερο όταν εμπλέκεται σ’ αυτές και η Ελλάδα. Η νέα κρίση στην εξωτερική μας πολιτική έχει να κάνει με τις σχέσεις της χώρας με την Τεχεράνη, μετά την αιφνίδια (;) «πειρατεία» δύο ελληνικών τάνκερ από τους Φρουρούς της Επανάστασης του Ιράν.
Από τις 27 Απριλίου πλοία και πληρώματα κρατούνται από τους Ιρανούς στο λιμάνι του Μπαντάρ Αμπάς στον Περσικό Κόλπο, ενώ το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών δηλώνει ότι έχει κάνει όλα τα απαραίτητα διαβήματα για την απελευθέρωσή τους. Είχε προηγηθεί η κατάσχεση του φορτίου ενός τάνκερ με ιρανική σημαία έξω από την Κάρυστο με απόφαση των ελληνικών Αρχών μετά από αίτημα των ΗΠΑ.
Ο αν. καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου μάς δίνει κάποιες ιδέες για το πώς μπορεί να ξεπεραστεί η -αχρείαστη, όπως λέει- κρίση…
Αμέσως μετά την «πειρατεία» των δύο ελληνικών τάνκερ από τους Φρουρούς της Επανάστασης, ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Δένδιας μίλησε στο τηλέφωνο με τους ομολόγους του των ΗΠΑ, του Ισραήλ και της Σαουδικής Αραβίας. Θα πιέσουν το Ιράν οι εχθροί του Ιράν να απελευθερώσει τα πλοία και τα πληρώματα;
Δεν αντιλαμβάνομαι με ποιον τρόπο μπορεί να γίνει αυτό. Εάν εξαιρέσουμε τη Σαουδική Αραβία, η οποία έχει κάποιες συνομιλίες με τους Ιρανούς στο Ιράκ, οι άλλες δύο χώρες είναι απολύτως εχθρικές προς το Ιράν. Για τους Σαουδάραβες, δεν βλέπω κάποιο λόγο να θέσουν στην ατζέντα τους με το Ιράν το θέμα των ελληνικών πλοίων, ενώ είναι βέβαιο ότι και οι Αμερικανοί δεν μπορούν να βοηθήσουν να εξελιχθεί αίσια αυτή η κρίση. Πώς θα βοηθήσουν να απελευθερωθούν τα πληρώματα και τα πλοία;
Πρέπει να πω, βέβαια, ότι συνολικά δεν αντιλαμβάνομαι πώς φτάσαμε σε αυτή την κρίση, ούτε μπορώ ορθολογικά να εξηγήσω γιατί η ελληνική κυβέρνηση χειρίστηκε με αυτόν τον τρόπο την υπόθεση του ιρανικού τάνκερ στην Εύβοια, που προηγήθηκε.
Πώς θα μπορούσαμε να απεμπλακούμε από αυτή την κρίση;
Αυτά τα πράγματα γίνονται πάντοτε με μεγάλη μυστικότητα.
Συνήθως μεσολαβεί κάποιο τρίτο μέρος, που διατηρεί καλές σχέσεις και σχέσεις εμπιστοσύνης και με τις δύο πλευρές, μιας και οι σχέσεις της Ελλάδας με το Ιράν αυτή τη στιγμή δεν είναι οι καλύτερες. Μια τέτοια χώρα θα μπορούσε να είναι, για παράδειγμα, η Αρμενία.
Επίσης θα μπορούσε να διαμεσολαβήσει μια προσωπικότητα που να έχει καλές σχέσεις και με την Ελλάδα και με το Ιράν ή ένας διεθνής οργανισμός, όπως ο Διεθνής Οργανισμός Ναυσιπλοΐας ή ο ΟΗΕ.
Εκείνο που προέχει τώρα είναι η απελευθέρωση και η επιστροφή των πληρωμάτων, γι' αυτό πρέπει να εργαστεί η ελληνική διπλωματία.
Αυτή η κρίση με το Ιράν είναι μόνο μια… στραβή στη βάρδια της κυβέρνησης ή οι χώρες της Μέσης Ανατολής βλέπουν τώρα την Ελλάδα διαφορετικά;
Έχω την αίσθηση ότι η κυβέρνηση ακολουθεί μια διαφορετική πολιτική από ό,τι οι προηγούμενες, συντηρητικές ή μη. Πάντοτε βρισκόμασταν λιγότερο ή περισσότερο στη γενική γραμμή των ΗΠΑ, όμως ανάλογα με τα ειδικά συμφέροντά μας υλοποιούσαμε ή όχι τις πολιτικές τους επιλογές. Το ίδιο έκαναν οι περισσότερες κυβερνήσεις της λεγόμενης Δύσης. Τώρα βλέπουμε την κυβέρνηση να έχει αποφασίσει να υλοποιεί κάθε επιλογή των ΗΠΑ και στη Μέση Ανατολή και στην Ανατολική Ευρώπη.
Αυτό μας φέρνει σε σύγκρουση με χώρες με τις οποίες δεν έχουμε διμερή προβλήματα. Μια τέτοια χώρα είναι το Ιράν, με το οποίο οι σχέσεις μας ήταν άριστες. Ήταν η μόνη χώρα που μας έδωσε πετρέλαιο με πίστωση όταν είχαμε χρεοκοπήσει το 2011-12, στεκόταν στο πλάι της Ελλάδας όταν η Τουρκία έβαζε θέματα Θράκης και Κύπρου στον Οργανισμό Ισλαμικής Διάσκεψης, είχαμε μια αγαστή τριμερή συνεργασία Ελλάδα - Ιράν- Αρμενία κ.λπ. Το Ιράν συνήθως έπαιζε θετικό ρόλο για την Ελλάδα και λόγω του εγγενούς ανταγωνισμού του με την Τουρκία στη Μέση Ανατολή. Και δεν είχαμε τίποτε να χάσουμε από μια καλή σχέση με το Ιράν.
Τώρα που ταυτιζόμαστε με όλες τις αμερικανικές επιλογές, που ακολουθούμε όλες τις αμερικανικές διαταγές στην περιοχή, δημιουργούμε εχθρούς εκεί που δεν χρειάζεται.
Και παλαιότερα οι Ιρανοί ήξεραν ότι είμαστε σύμμαχοι των Αμερικανών, ήξεραν όμως ότι αυτό είχε και ένα όριο, που αυτή τη στιγμή δυστυχώς δεν υπάρχει.
Η αλήθεια είναι ότι από τις 24 Φεβρουαρίου άλλαξαν απότομα πολλά όρια. Το «όποιος δεν είναι μαζί μου είναι εναντίον μου» μπαίνει πολύ επιτακτικά. Εδώ η Σουηδία θέλει να μπει στο ΝΑΤΟ…
Μπορεί οι Σουηδοί και οι Φινλανδοί να πιστεύουν ότι αυτή τη στιγμή είναι καλύτερα να είναι μέσα στο ΝΑΤΟ, δεν κρίνω την επιλογή τους. Εκείνο που λέω είναι ότι διάφορες χώρες έχουν χειριστεί τον πόλεμο με την Ουκρανία με διαφορετικές αποχρώσεις, με διαφορετικούς τρόπους αποστολής εξοπλισμού, με διαφορετική συμμετοχή στις κυρώσεις, για να μην πάμε στο παράδειγμα της Τουρκίας, η οποία είναι μέλος του ΝΑΤΟ αλλά δεν συμμετέχει σε τίποτε από όλα αυτά και παίζει τον ρόλο του περήφανου μεσολαβητή.
Προφανώς οι Αμερικανοί θέλουν πλήρη στοίχιση όλων σε όλες τις ενέργειες αλλά αυτό δεν συμβαίνει. Δεν το κάνουν μικρότερες χώρες που έχουν θέμα επιβίωσης, βλέπε Σλοβακία, Τσεχία, Ουγγαρία, όσον αφορά το ρωσικό πετρέλαιο, δεν το κάνουν μεγαλύτερες χώρες, όπως η Γερμανία, που προτιμάει να στείλει η Ελλάδα τα άρματα στην Ουκρανία και αυτή να τα αναπληρώσει, αντί να στείλει η ίδια απευθείας εξοπλισμό.
Άρα λοιπόν κάθε χώρα συστρατεύεται και στοιχίζεται πίσω από τους Αμερικανούς με διαφορετικό τρόπο. Και η Ελλάδα έχει τα περιθώρια να το κάνει. Πρώτα απ’ όλα διότι είναι μια χώρα η οποία δέχεται απειλή. Αυτό το επιχείρημα κανείς δεν μπορεί να το καταρρίψει. Η Ελλάδα χρειάζεται ένα μεγαλύτερο περιθώριο ευελιξίας, διότι βρίσκεται στην πολύ περίεργη κατάσταση να δέχεται απειλή από ένα κράτος - μέλος του ΝΑΤΟ. Αυτό το επιχείρημα οι ελληνικές κυβερνήσεις το έχουν χρησιμοποιήσει πάρα πολλές φορές.
Προφανώς, η κυβέρνηση Μητσοτάκη πιστεύει ότι με την απόλυτη συστράτευση θα προστατεύσει τη χώρα από την όποια τουρκική απειλή…
Αυτή τη στιγμή δεν βλέπουμε η στάση αυτή να έχει οφέλη έναντι της Τουρκίας. Τουναντίον βλέπουμε μια έξαρση της τουρκικής επιθετικότητας και μάλιστα σε μια εποχή που συνήθως έχουμε ένα είδος μορατόριουμ λόγω του τουρισμού που ενδιαφέρει και τις δύο χώρες. Συνήθως το καλοκαίρι δεν μαλώνουμε επειδή περιμένουμε τους τουρίστες μας ο καθένας, αλλά τώρα ούτε αυτό συμβαίνει.
Κάθε κυβέρνηση πρέπει να έχει πάντα ένα plan B, για την περίπτωση που τα πράγματα δεν πάνε όπως τα θέλουμε. Δυστυχώς, αυτή η πλήρης στοίχιση της κυβέρνησης στην αμερικανική στρατηγική μάς αφαιρεί δυνατότητες για plan B.