Ο Λίο Πάνιτς είχε την οξυδέρκεια της συστημικής ανάλυσης των πολιτικών εξελίξεων, από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο έως τις ημέρες μας. Από εκεί και πέρα, προσέγγιζε τις δομές του συστήματος, όχι απλώς από μια οικονομίστικη σκοπιά, αλλά από την πληρότητα της πολιτικής ανάλυσης. Δεν ήταν οι αγορές που επιδρούσαν στα κράτη για την κατίσχυση του καπιταλισμού στον δυτικό κόσμο. Ήταν η ηγεμονία του αμερικανικού κράτους επάνω στις μεσαίες και μικρές δυνάμεις της Δύσης.
Κατ’ αντιστοιχία, αυτή ήταν και η σημασία της ανάλυσής του για τις πολιτικές εξελίξεις του 2015 στην Ελλάδα. Υπήρξε, άλλωστε, βαθύς γνώστης της ελληνικής πραγματικότητας, αντικειμενικός παρατηρητής από μια χώρα, τον Καναδά, που δεν έχει απολέσει πολιτικές που απορρέουν από το κοινωνικό κράτος, και σύγχρονος αναλυτής με όρους 21ου αιώνα. Έβλεπε τον ΣΥΡΙΖΑ ως ένα κόμμα της “ριζοσπαστικής Αριστεράς”, αλλά είναι βέβαιο ότι τον όρο αυτό επουδενί τον χρησιμοποιούσε με όρους 19ου ή 20ού αιώνα. “Είναι λιγότερο ριζοσπαστικό από σοσιαλιστικά κόμματα του παρελθόντος, αλλά ζούμε σε διαφορετικές συνθήκες τον 21ο αιώνα”, παραδεχόταν, στη συνέντευξή του στην ΑΥΓΗ, πριν από τεσσερισήμισι χρόνια.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, κινούσε το ενδιαφέρον του το παράδειγμα του ΣΥΡΙΖΑ εντός μιας Ε.Ε. η οποία είχε απομακρυνθεί από τις παραδοσιακές αρχές της, ιδίως από αυτές στο τέλος της δεκαετίας του '70. Συνδύαζε δύο νέες πραγματικότητες για να διαβλέψει τις δυνατότητες που αναπτύσσονται στο ευρωπαϊκό πεδίο: από τη μια ένα προοδευτικό κόμμα σε ένα μικρό κράτος με διαφορετική αντίληψη για τα πράγματα, το οποίο όμως πίστευε ο ίδιος πως δεν θα αποφάσιζε την έξοδο της χώρας από την Ε.Ε., και από την άλλη πλευρά η ίδια η Ε.Ε., που δεν θα αποφάσιζε καμία αλλαγή πολιτικής κατεύθυνσης.
Πράγματι, στη συνέντευξή του στην ΑΥΓΗ, εξηγούσε τις εξελίξεις του 2015 υπό το πρίσμα των πιέσεων των βασικών δρώντων του ευρωπαϊκού συστήματος και όχι υπό το πρίσμα της στρατηγικής του ΣΥΡΙΖΑ και των αποτελεσμάτων της. Οι περιορισμοί του συστήματος και οι ενδεχόμενες αναταράξεις στο εσωτερικό των ισχυρών κρατών της Ε.Ε., αν αυτοί έσπαγαν, ήταν αυτό που ιεραρχούσε στην κορυφή. Τις ρίζες όσων διαδραματίστηκαν στην Ελλάδα από τις εκλογές του 2015 μέχρι το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς τις εντοπίζει στη μορφή που έχει πάρει η Ε.Ε. και στη φθορά του καπιταλισμού όπως αυτή παρουσιάστηκε κατά την οικονομική κρίση, από το 2015 και μετά. Πίστευε πως οι εκλογές στην Ελλάδα ήταν ικανές να μετατοπίσουν την ισορροπία δυνάμεων στην Ευρώπη. Και γι' αυτό, συμπέραινε, υπήρξε η άρνηση από την πλευρά των θεσμών. Όμως δεν έμενε εκεί. Προσδιόριζε το κέντρο βάρους της Ένωσης, όχι στις Βρυξέλλες πια, αλλά στο Βερολίνο και το Παρίσι και μιλούσε για βαθύ εκφυλισμό: “Η Ε.Ε. είναι διαφορετική από αυτό που ήταν πριν από την είσοδο της Ελλάδας, το 1981”.
Η προσέγγισή του αυτή μπορεί να εκληφθεί υπό το φως του έργου The Making of Global Capitalism: The Political Economy of American Empire. Εκεί οικοδομείται και η θεωρητική προσέγγιση ότι δεν είναι οι αγορές που επιφέρουν την κυριαρχία του καπιταλισμού, αλλά η ισχύς του αμερικανικού κράτους που χρησιμοποιεί ως εργαλείο επιρροής τις αγορές. Μια άποψη που μας βοηθά να βρούμε τις αντιστοιχίες της και στην Ε.Ε. Δηλαδή, ο Πάνιτς μάς βοήθησε να δούμε πως δεν είναι αυτή καθεαυτή η λειτουργία της Ε.Ε., ούτε, πολύ περισσότερο, το ΔΝΤ που οδήγησαν στη λήψη μέτρων λιτότητας στην Ελλάδα, αλλά η αναζήτηση ισχυρών ευρωπαϊκών κρατών, με αδύναμες προοδευτικές δυνάμεις στο εσωτερικό τους, να διατηρήσουν την ηγεμονία τους σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, σε ένα κρατικοκεντρικό διεθνές σύστημα. Η ανάδυση νέων ευρωπαϊκών θεσμών και το πέρασμα σε μια νέα ευρωπαϊκή περίοδο ξέφυγε από τις μετεξελίξεις στο εσωτερικό μικρών κρατών και επεκτάθηκε σε ένα ευρύ συστημικό επίπεδο.
Η προσέγγιση αυτή, τόσο ισχυρά δομημένη, αποτελεί μια μεγάλη κληρονομιά του Πάνιτς στην Ελλάδα.